“ΕΓΩ ΚΑΙ Ο ΑΛΛΟΣ”, Αρχιμανδρίτου Κυρίλλου Κωστοπούλου, Ιεροκήρυκος I. M. Πατρών, Δρ. Θεολογίας

Όταν λέμε «εγώ», εννοούμε την εμπειρική συνείδηση και ατομικότητα. Με άλλους λόγους εκφράζουμε την ψυχοσωματική οντότητά μας σε σχέση με τον άλλον, τον πλησίον μας.

 Ποιος είναι, όμως, ο «άλλος»; Για να υπάρξει ορθή απάντηση στο ερώτημα αυτό, πρέπει πρωτίστως να διερευνηθεί το «εγώ», επειδή η ύπαρξη του άλλου διαπιστώνεται όταν είμαστε βέβαιοι για την κατανόηση του «εγώ» μας.

 Αυτό το «εγώ» -όπως το ορίσαμε προηγουμένως- είναι πρόσωπο. Και είναι πρόσωπο επειδή ο Δημιουργός του Τριαδικός Θεός είναι Πρόσωπο και παραχώρησε και στον άνθρωπο-πλάσμα Του αυτή την δυνατότητα προσωπικής υπάρξεως. Μέσω αυτής της δυνατότητος ο άνθρωπος μπορεί να κινείται προς τις τρείς διαστάσεις που συνθέτουν την έκφραση και αποκάλυψη του προσώπου, δηλαδή προς τον Δημιουργό του Θεό, τον άλλον-τον πλησίον, και τον εαυτόν του. Κατ΄αυτόν τον τρόπον έχει την δυνατότητα να κοινωνή αγαπητικά με τον πλησίον –τον άλλον και να δικαιώνη αφ΄ενός την δική του υπόσταση και αφ΄ετέρου την ύπαρξη του «άλλου».

 Είναι πλέον βεβαιωμένο ότι ο σημερινός μηδενιστικός πολιτισμός μας, οδηγεί τον άνθρωπο στο περιθώριο, στο κλείσιμο στον εαυτόν του, στην βία ή στην κατάθλιψη. Αυτό βρίσκει την αιτία του στην απομάκρυνση του ανθρώπου από τον προσωπικό Θεό και ως εκ τούτου στην αδυναμία του να κατανοήσει το «εγώ» του και την ύπαρξη του «άλλου». Το «εγώ» το αντιλαμβάνεται ως άτομο-ατομικότητα. Κυρίως στον χώρο της κοινωνιολογίας και της πολιτικής το «εγώ» ταυτίζεται με την έννοια της αριθμητικής ατομικότητος. Έτσι η ανθρώπινη ύπαρξη εντάσσεται στην απρόσωπη κοινωνική μονάδα, χωρίς να αντιλαμβάνεται την σχέση της με τον «άλλον».

Ο άνθρωπος, όμως, ο οποίος κοινωνεί με τον Προσωπικό Τριαδικό Θεό, δικαιώνεται ως οντότητα, όταν έχει άμεση σχέση με τον «άλλον», αφού είναι πρόσωπο. Αυτή η αποκάλυψη και γνώση του «άλλου» είναι πλήρης, όταν εγώ ως πρόσωπο κινούμαι αγαπητικά και ολοκληρώνω την κοινωνία με αυτόν, στον χώρο της αγάπης. Η αγάπη είναι η σταθερή οδός που με φέρνει στην οντολογική γνώση του «άλλου». Η πραγματική αγάπη είναι αυτή, η οποία δεν προβάλλει ατομικές προτιμήσεις, επειδή προέρχεται από πρόσωπο και όχι από άτομο και έτσι αποδέχεται τον «άλλον» ως προσωπική μοναδικότητα.

Άξια προσοχής, πράγματι, είναι η απάντηση του Ιδίου του Θεανθρώπου Κυρίου  προς τον νομικό, ο οποίος του έθεσε το ερώτημα: «Τις εστί μου πλησίον;». Και ο Κύριος του απήντησε με την παραβολή του καλού Σαμαρείτη (Λουκ. 10,29).

Η απάντηση του θεανθρώπου Κυρίου μέσω αυτής της παραβολής είναι ακριβώς το ζητούμενο στο ερώτημα «ποιος είναι ο άλλος». Ο «άλλος» είναι ο ίδιος ο εαυτός μας. Ο «άλλος» είμαι εγώ. Η ετερότητα στον «άλλον» εικονίζει τον Θεό στον άνθρωπο. «Είδες τον αδελφόν σου, είδες τον Κύριο και Θεόν σου» ( R.G. 65,136,Β- Αββάς Απολλώ). Επομένως, εγώ, ως πρόσωπο, διαθέτω την μοναδική οδό κοινωνίας με τον Θεό και αγαπητικής σχέσεως με τον «άλλον». Και αυτή η οδός είναι η καθολική αποδοχή, μέσω της αγάπης, του «άλλου».

Η όλη διδασκαλία του Θεανθρώπου Κυρίου αποβλέπει στην αγαπητική κοινωνία του ανθρώπου μετά του συνανθρώπου. Εκεί όπου συντελείται η αυθυπέρβαση της εγωκεντρικής ατομικότητος.

Η Ευαγγελική αγάπη –όπως την ερμηνεύουν οι αυθεντικοί ερμηνευτές της Αγίας Γραφής, οι Άγιοι Πατέρες της Εκκλησίας μας-   είναι η αποκατάσταση της ζωής και της ανθρωπίνης υπάρξεως. Ο Θεάνθρωπος Κύριος παρακαλεί τον Πατέρα Του για τους Μαθητές Του «ίνα ώσιν έν καθώς ημείς» (Ιωαν. 17,11)

Ο Ιερός Χρυσόστομος, ερμηνεύοντας το Ρωμ. 13,8 «Μηδενί μηδέν οφείλετε, ει μη το αλλήλους αγαπάν», μας λέγει ότι η φύση της αγάπης δεν γνωρίζει χορτασμό, αλλά πάντοτε, απολαμβάνοντας εκείνα που αγαπάει, υψώνεται σε μεγαλύτερη φλόγα: <<Η γάρ της αγάπης φύσις, κόρον ουκ οίδεν, αλλ΄αεί των αγαπωμένων απολαύουσα, προς μείζονα αίρεται φλόγα» (P.G. 51,17)

Εάν ο άνθρωπος στερηθεί την αγαπητική κοινωνία με τον πλησίον του και τον Θεό, αμαυρώνει το «κατ΄εικόνα» και καταντά κατώτερος κι από τα ζώα. Και τούτο αποδεικνύεται, όταν βλέπεις ένα τέτοιον άνθρωπο να μην αποδέχεται και να μην αγαπά ούτε αυτούς που τον αγαπούν.