Η ακρίβεια και η οικονομία στην εντολή της νηστείας κατά την Κανονική Παράδοση της Εκκλησίας

Φιλίππου Ιω. Τακοπούλου

Eκπαιδευτικού Θεολόγου Κολλεγίου Αθηνών                            

ΜΔΕ Κανονικού δικαίου – υπ. Δρ. Θεολογίας                                                                                

Εισαγωγή

 “Καί ἐνετείλατο Κύριος ὁ Θεός τῷ Ἀδάμ λέγων· ἀπό παντός ξύλου τοῦ ἐν τῷ παραδείσῳ βρώσει φάγῃ, ἀπό δέ τοῦ ξύλου τοῦ γινώσκειν καλόν καί πονηρόν, οὐ φάγεσθε ἀπ᾽ αὐτοῦ· ᾗ δ᾽ἄν ἡμέρᾳ φάγητε ἀπ᾽ αὐτοῦ θανάτῳ ἀποθανεῖσθε (Γεν. 2, 16-17)”. O δημιουργός Τριαδικός Θεός έδωσε την παραπάνω εντολή στο δημιούργημά του, τον άνθρωπο και η εντολή αυτή είναι η εντολή της νηστείας. Ο άνθρωπος δύναται να φάγει από όλα τα δέντρα που υπάρχουν στον παράδεισο, ενώ από το δέντρο της γνώσης του καλού και του κακού απαγορεύεται να φάγει, γιατί από την ημέρα που θα το γευτεί και παρακούσει την εντολή Του, τότε θα βιώσει τη φθορά και τον θάνατο. Έτσι, ενώ η σχέση του ανθρώπου με το Θεό βασιζόταν στην αγάπη και την ταπείνωση μέσω της υπακοής, αυτή η σχέση διαταράχθηκε. Η παρακοή της εντολή του Θεού από τον πρώτο άνθρωπο είχε ως αποτέλεσμα την πτώση και την εισδοχή του στο χώρο της φθοράς και του θανάτου.Όμως ο Τριαδικός Θεός δεν άφησε το πλάσμα του αβοήθητο. Το πλήρωμα του χρόνου έφτασε με τη σάρκωση του Υιού και Λόγου του Θεού Πατρός και το έργο της αποκατάστασης ανέλαβε ο Ίδιος ο Κύριος, ο οποίος “ἡγάπησεν ἡμᾶς …εἰς τέλος” (Α’ Ιω.4,19) καί “ἐταπείνωσεν ἑαυτόν γενόμενος ὑπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δε σταυροῦ” (Φιλιπ. 2,8). Κατ᾽ αυτόν τον τρόπο η υπακοή του νέου Αδάμ ανακεφαλαιώνει και θεραπεύει την παρακοή του παλαιού Αδάμ. Η θεόδοτος εντολή της νηστείας εφαρμόζεται από τον ίδιο τον Θεάνθρωπο Κύριο μετά τη βάπτισή του στον Ιορδάνη ποταμό και τη μετάβασή του στην έρημο, εκεί, όπως μας πληροφορεί ο ευαγγελιστής Ματθαίος, ο Ἰησούς “νηστεύσας ἡμέρας τεσσαράκοντα και νύκτας τεσσαράκοντα ὕστερον ἐπείνασε” (Ματθ. 4, 2). Με την έννοια αυτή της θεραπείας της παρακοής και της πλήρωσης της υπακοής, ο Ιησούς Χριστός νήστευσε, υποδεικνύοντας στον άνθρωπο τον τρόπο πορείας και βιωτής. Η από μέρους του ανθρώπου τώρα τήρηση της εντολής της νηστείας, καταδεικνύει την αγάπη του προς τον Θεό και παράλληλα την ταπείνωσή του στο θέλημά Του, καθώς αφίσταται από τον εγωκεντρισμό του με αποτέλεσμα την αποκατάσταση της κοινωνίας και επικοινωνίας του με τον δημιουργό Θεό. Ο Μ. Βασίλειος χαρακτηρίζει τη νηστεία ως “Ἀρχαῖον δῶρον … οὐ παλαιούμενον καί γηράσκον, ἀλλ’ ἀνανεούμενον ἀεί καί εἰς ἀκμήν ἐπανθοῦν”. Μάλιστα δε την αναδεικνύει αρχαιότερη του νόμου, ενώ της προσδίδει το επίθετο συνηλικιώτης: “Συνηλικιῶτίς ἐστι τῆς ἀνθρωπότητος· νηστεία ἐν τῷ παραδείσῳ ἐνομοθετήθη”. Πράγμα που την καθιστά σχεδόν σύμφυτη με την ανθρώπινη φύση. Το ίδιο σημειώνει και ο Γρηγόριος ο Θεολόγος “ἀρχαία γάρ ἧν ἡ ἐντολή, καί ἡμῖν ὁμόχρονος ψυχής τις οὗσα παιδαγωγία…”. Η αξία της νηστείας πηγάζει από την χαρακτηριστική θέση της στο σχέδιο της θείας Οικονομίας. Έχοντας ως σκοπό τη λύτρωση και σωτηρία του πεπτωκότος ανθρωπίνου γένους, αποτελεί μέσο του πνευματικού αγώνα του πιστού για την αναγωγή του από το  “κατ᾽εικόνα” στο “καθ᾽ ομοίωσιν”. Η τήρηση της εντολής της νηστείας φανερώνει την αγάπη του πιστού προς το Χριστό, “ἐάν ἀγαπᾶτέ με, τάς ἐντολάς τάς ἐμάς τηρήσατε” (Ιω. 14, 15). Και τούτο γιατί η υπακοή απελευθερώνει από το ίδιο εμπαθές θέλημα και αποκαθιστά την κοινωνία αγάπης του κτίσματος μετά του Κτίστου. 

Η νηστεία στην Κανονική Παράδοση της Εκκλησίας μας

Ο όρος νηστεία – νῆστις συντίθεται από το στερητικό μόριο νη και το ρήμα ἔδω (τρώγω), (νη+ἐσθίω, ή νη+ἐστία=τράπεζα), δηλαδή η τέλεια ασιτία ή η μη παράθεση τράπεζας.Οι νηστείες διακρίνονται σε καθολικές και σε ειδικές.Ως Καθολικές νηστείες ορίζονται: α) της Τετάρτης και της Παρασκευής και β) η νηστεία της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής και της Μεγάλης Εβδομάδος. Ως Ειδικές νηστείες ορίζονται: 1) η τεσσαρακονθήμερος νηστεία των Χριστουγέννων, 2) η νηστεία των Αγίων Αποστόλων, 3) η νηστεία της Κοιμήσεως της Θεοτόκου και 4) οι τρεις ημερίσιες νηστείες α) της παραμονής των Θεοφανείων (5 Ιανουαρίου), β) της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού (14 Σεπτεμβρίου) και γ) της αποτομής της τιμίας κεφαλής του Ιωάννου του Προδρόμου και Βαπτιστού (29 Αυγούστου). Ως βάση για τη θεσμοθέτηση της νηστείας ήδη από την αποστολική εποχή τέθηκε τόσο η πρακτική που ακολούθησε ο ίδιος ο Ιησούς Χριστός όσο και η εφαρμογή του λόγου Του “τοῦτο δέ τό γένος οὐκ ἐκπορεύεται εί μή έν προσευχῇ καί νηστείᾳ” (Ματθ. 17, 21). Κατ᾽ επέκταση η νηστεία κατέχει δεσπόζουσα θέση σε όλη την ασκητική και πνευματική ζωή του πιστού, καθώς είναι αυτή που συμπληρώνει τον πνευματικό αγώνα εναντίον τόσο των πειρασμών, όσο και της εμπαθούς εσωτερικής καταστάσεώς του, η οποία απορρέει από την μεταπτωτική ροπή προς την αμαρτία. Η κατάσταση αυτή της αμαρτίας δύναται να ανασχεθεί μέσω του μυστηρίου της μετανοίας και εξομολογήσεως, αλλά και του έντονου πνευματικού αγώνα για την κάθαρση του έσω ανθρώπου, για την απόκτηση των αρετών και τέλος για την πορεία προς τη θέωση και τον αγιασμό. Για το λόγο αυτό η νηστεία δεν καθίσταται αυτοσκοπός, αλλά ένα επιπλέον μέσο της ἐν Χριστῷ τελειώσεως του ανθρώπου. Η Εκκλησία ως θεανθρώπινος οργανισμός προκειμένου να διευθετήσει τόσο τους καιρούς της νηστείας, όσο και ειδικά ζητήματα που προέκυψαν από την εφαρμογή της εντολής αυτής στη ζωή της, αποφάνθηκε για το θέμα συνοδικά. Οι Απόστολοι, οι Αποστολικοί Πατέρες, οι έγκριτοι Πατέρες και Διδάσκαλοι της Εκκλησίας, τόσο σε Οικουμενικό όσο και σε Τοπικό επίπεδο, θέσπισαν Ιερούς Κανόνες που προσδιορίζουν τον πνευματικό της χαρακτήρα και περιεχόμενο. Η Κανονική Παράδοση της Εκκλησίας αναφορικά με τη νηστεία συντίθεται από μία πληθώρα Ιερών Κανόνων και Κανονικών διατάξεων εγκρίτων Πατέρων της Εκκλησίας που καθορίζουν τόσο την ακρίβεια, όσο και την εκκλησιαστική οικονομία για την τήρηση της νηστείας στο πλαίσιο της φιλανθρωπίας και της ποιμαντικής εξατομίκευσης.

Ακρίβεια νηστείας

 Τι εννοεί ο κανονικός νομοθέτης με τον όρο νηστεία; Και πως νοείται η τέλεια νηστεία, τί αποτελεί λύση της νηστείας και τι συνιστά κατάλυση της νηστείας;Βάσει του 50ου κανόνα της Λαοδικείας ως νηστεία ορίζεται η ξηροφαγία, “δεῖ πᾶσαν τήν Τεσσαρακοστήν νηστεύειν ξηροφαγοῦντας”, ο δε Βαλσαμών σημειώνει ότι “ξηροφαγεῖν ὀφείλομεν κατά πᾶσαν τετράδα καί παρασκεύην”. Όσον αφορά την υδροποσία ο ίδιος διασαφηνίζει ότι καλό είναι μαζί με την ξηροφαγία να πίνει κανείς και νερό. Οι πατέρες συνωδούν ότι ξηροφαγία είναι η μη πρόσληψη τροφής μέχρι της ενάτης ώρας της ημέρας (περίπου τις 3 το μεσημέρι). Ο Όσιος Νικόδημος ο Αγιορείτης αναφέρει χαρακτηριστικά ότι “ξηροφαγία δέ εῖναι τό νά τρώγῃ τινάς ἅπαξτῆς ἡμέρας εἰς τήν ἐννάτην ὥραν, χωρίς νά ἐσθίῃ ἔλαιον, ἤ νά πίνῃ οἶνον, ὡς τοῦτο προείπομεν ἐν τῇ ἑρμηνεία του ξδ´ Ἀποστολικοῦ” και αλλού σημειώνει ότι νηστεία είναι η τελεία ασιτία, ή το να τρώει κανείς μία φορά την ημέρα, κατά την ενάτη ώρα με ξηροφαγία, δηλαδή μόνου άρτου και ύδατος.Όσον αφορά τη λύση της νηστείας τις Τετάρτες και Παρασκευές και τη Μ. Τεσσαρακοστή ο όσιος Νικόδημος παρατηρεί ότι η νηστεία λύεται όταν κανείς φάει εκτός από ψωμί και νερό, και άλλες τροφές, όπως σύκα, σταφίδες ή κάτι άλλο παρόμοιο, ή ακόμα κάτι άλλο ευτελές, όπως το χαρακτηρίζει, δηλαδή όσπρια, κρασί, λάδι ή οστρακόδερμα. Ενώ κατάλυση της νηστείας υπάρχει όταν κανείς καταναλώνει από όλα τα βρώσιμα, κρέας ή ψάρι, γάλα, τυρί και τα υπόλοιπα. Οι Ιεροί Κανόνες που συνθέτουν τις περί νηστείας διατάξεις στοιχίζονται πίσω από τις Αποστολικές Διαταγές που ορίζουν τη νηστεία της Τετάρτης και της Παρασκευής, αλλά και της Μ. Εβδομάδος. Πιο συγκεκριμένα η κανονική ακρίβεια ορίζει ότι οι καθολικές νηστείες είναι υποχρεωτικές.

• Ο 69ος κανόνας των Αγίων Αποστόλων (κανονίζει τη νηστεία της Μ. Τεσσαρακοστής και της Τετάρτης και Παρασκευής, τόσο για τους κληρικούς όσο και για τους λαϊκούς).

 Οι κανόνες της Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου:

  • Ο 29ος (ο οποίος επικαλείται την ακρίβεια τήρησης της νηστείας της Μ. Τεσσαρακοστής και όχι τη λύση της την Μ. Πέμπτη με αποτέλεσμα και “ὅλην τήν Τεσσαρακοστήν ἀτιμάζειν”),
  • Ο 52ος (περί τέλεσης της Θείας Λειτουργίας των Προηγιασμένων δώρων τις καθημερινές ημέρες της εβδομάδος, εκτός Σαββάτου, Κυριακής και του Ευαγγελισμού),
  • Ο 55ος (ο οποίος διατυπώνει “ὥστε κρατεῖν καί ἐπί τῇ Ῥωμαίων ἐκκλησίᾳ ἀπαρασαλεύτως τόν κανόνα” για την ακρίβεια στο ζήτημα της κατάλυσης της νηστείας τα Σοςάββατα και τις Κυριακές της Μ. Τεσσαρακοστής, πλήν του Μ. Σαββάτου),
  • Ο 56ος (ο οποίος ορίζει “ὥστε τήν κατά πᾶσαν τήν οἰκουμένην τοῦ Θεοῦ ἐκκλησίαν, μιᾷ κατακολουθοῦσαν τάξει, τήν νηστείαν ἐπιτελεῖν, καί ἀπέχεσθαι, ὥσπερ θυτοῦ παντοίου, οὕτω δή ᾠοῦ, καί τυροῦ, ἅ καρπός εἰσι, καί γεννήματα, ὧν ἀπεχόμεθα”) και
  • Ο 89ος (περί της τήρησης της νηστείας μέχρι καί τα μεσάνυχτα του Μ. Σαββάτου)

 Οι κανόνες της Λαοδικείας:

  • Ο 49ος (τέλεση κατά τη Μ. Τεσσαρακοστή της Θείας Λειτουργίας μόνο τα Σάββατα και τις Κυριακές),
  • Ο 50ος (απαγόρευση λύσης της νηστείας την Μ. Πέμπτη),
  • Ο 51ος (καθορίζει για τη Μ.Τεσσαρακοστή τη μεταφορά της τέλεσης της μνήμης των Αγίων τα Σάββατα κ’ τις Κυριακές) και 
  • Ο 52ος (διακελεύει την μη τέλεση γάμων ή εκκλησιαστικών πανηγύρεων κατά την Μ. Τεσσαρακοστή)

Κανόνες Πατέρων:

  • 1ος κανόνας του Διονυσίου Αλεξανδρείας (αναλύει σε εκτενές σκεπτικό σχετικά με τη λύση της νηστείας το Μ. Σάββατο και μάλιστα την τοποθετεί μετά τα μεσάνυκτα) και
  • Ο 15ος κανόνας του Πέτρου Αλεξανδρείας (περί της εξήγησης της τήρησης της νηστείας της Τετάρτης και της Παρασκευής και της παραδόσεως περί του μή γόνυ κλίνειν την Κυριακή).

Στο σημείο αυτό κρίνεται απαραίτητο να γίνει αναφορά στο ζήτημα της νηστείας πρό της Θείας Κοινωνίας. Συχνά διατυπώνεται η άποψη ότι πριν τη Θεία Κοινωνία απαιτείται τριήμερη ή μονοήμερη νηστεία. Τούτο, όμως πουθενά δεν διαφαίνεται στους Ιερούς Κανόνες. Η μόνη αναφορά στο θέμα γίνεται στον 41ο και στον 47ο κανόνατης συνόδου της Καρθαγένης (419 μ.Χ.) και στον 29ο της Πενθέκτης. Οι ως άνω κανόνες διορίζουν ότι οι ιερείς που θα τελέσουν τη Θεία Ευχαριστία θα πρέπει να είναι νηστικοί. Κατ᾽ επέκταση εμπίπτουν στις ίδιες διατάξεις και οι λαϊκοί που συμμετέχουν στο μυστήριο. Ως παράδειγμα εφαρμογής της ακρίβειας της νηστείας μπορεί να αναφερθεί η περίπτωση του 29ου κανόνα της Πενθέκτης που διορθώνει τον 41ο κανόνα της συνόδους της Καρθαγένης. Βάσει του κανόνα αυτού τη Μ. Πέμπτη στην Καρθαγένη καταλύονταν η νηστεία προ της τέλεσης του Μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας “ἐν ᾗ τὸ Κυριακόν δεῖπνον ἐπιτελεῖται”. Αντίθετα, η Πενθέκτη σημειώνει ότι οι Πατέρες της

Καρθαγένης προέβαλαν την παρούσα εξαίρεση “ἴσως τηνικαῦτα, διά τινάς κατά τούς τόπους προφάσεις τῇ ἐκκλησία λυσιτελεῖς, … τοιαύτῃ χρησαμένων οἰκονομίᾳ”. Στη συνέχεια ο κανονικός νομοθέτης επαναφέρει την ακρίβεια και ορίζει “ἀποστολικαῖς καί πατρικαῖς ἑπόμενοι παραδόσεσι” να μη λύεται η νηστεία τη Μ. Πέμπτη και έτσι να ατιμάζεται όλη η Αγία και Μεγάλη Τεσσαρακοστή. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να τονισθεί, ότι κατά τον Ζωναρά, οι Πατέρες της Καρθαγένης μιμούνταν την παράδοση της αναίμακτης θυσίας κατά το Μυστικό Δείπνο από τον Κύριο στους αποστόλους, που πρώτα δείπνησε σύμφωνα με το νομικό Πάσχα και στη συνέχεια τους παρέδωσε το “μυστικόν”. Ο κανόνας συνοψίζει ότι πλέον αυτό δεν είναι αναγκαίο να γίνεται και ότι θα πρέπει να τηρείται η ακρίβεια. Ένα άλλο ζήτημα, για το οποίο ο ίδιος ο Κύριος δίδαξε, είναι η υπερβολή στην ακρίβεια και τον τύπο. “Ὅταν δέ νηστεύητε, μή γίνεσθε ὥσπερ οἱ ὑποκριταί σκυθρωποί, ἀφανίζουσι γάρ τά πρόσωπα αὐτῶν ὅπως φανῶσι τοῖς ἀνθρώποις νηστεύοντες· ἀμήν λέγω ὑμῖν, ὅτι ἀπέχουσιν τόν μισθόν αὐτῶν. Σύ δέ νηστεύων ἄλειψαί σου τήν κεφαλήν καί τό πρόσωπόν σου νίψαι, ὅπως μή φανῇς τοῖς ἀνθρώποις νηστεύων ἀλλά τῷ πατρί σου τῷ ἐν τῷ κρυπτῷ· καί ὁ πατήρ σου ὁ βλέπων ἐν τῷ κρυπτῷ ἀποδώσει σοι ἐν τῷ φανερῷ” (Ματθ. 6, 16-18), δηλαδή αυτός που νηστεύει θα πρέπει να μην εμφανίζεται ως νήστις για το λόγο ότι υπάρχει ο πνευματικός κίνδυνος της υπερηφάνειας και του εσωτερικού εγωϊσμού. Άρα η νηστεία είναι ένα πνευματικό αγώνισμα που συμβάλει στην καταπολέμηση της έπαρσης και του εγωϊσμού, όμως κινδυνεύει το μέλος της Εκκλησίας να εκκλίνει της πνευματικής του πορείας. “Ὁ δοκῶν ἐστᾶναι βλεπέτω μή πέσῃ” (Α´Κορ. 10,12) προειδοποιεί ο απόστολος των Εθνών Παύλος. ‘Ετσι στοιχούμενοι οι Πατέρες της συνόδου της Γάγγρας στον Κυριακό Λόγο με τον 17ο κανόνα κανονίζουν: “Εἴ τις διά νομιζομένην ἄσκησιν ἐν τῇ Κυριακῇ νηστεύοι, ἀνάθεμα ἔστω”. Ο παρών κανόνας εισήχθη στην κανονική παράδοση της Εκκλησίας για το λόγο ότι υπήρχαν κάποιοι γύρω από τον Ευστάθιο Σεβαστείας της Μικράς Αρμενίας που νήστευαν την Κυριακή. Επιπρόσθετα, ο Βαλσαμών σημειώνει ότι “μή νηστεύειν καί σκυθρωπάζειν ἡμᾶς κατά τήν χαρμόσυνον ἡμέραν τῆς Κυριακῆς, διά τήν ἔγερσιν τοῦ Κυρίου, ἀλλά πανηγυρίζειν καί εὐχαριστεῖν τῷ Θεῷ, ὡς ἀναστάντας ἐκ τοῦ πτώματος τῆς ἁμαρτίας”. Ο κανόνας στηρίχθηκε στον 66ο κανόνα των Αγίων Αποστόλων, που καθαιρεί τους κληρικούς και αφορίζει τους λαϊκούς που νηστεύουν τα Σάββατα (εκτός του Μ. Σαββάτου) και τις Κυριακές.

 Οικονομία νηστείας

Ως οικονομία νοείται είτε η λύση, είτε η κατάλυση της νηστείας κατά παρέκκλιση των κανόνων για ορισμένες περιπτώσεις α) είτε αδήριτης ανάγκης ενός προσώπου, β) είτε σύμπτωσης σε καιρό νηστείας Δεσποτικής ή Θεομητορικής Εορτής. Η εκκλησιαστική οικονομία δύναται να ασκηθεί αναφορικά με την ύπαρξη κανόνα ακριβείας, και στην συγκεκριμένη περίπτωση η ακρίβεια διατυπώθηκε με τη θέσπιση συγκεκριμένου κανόνα (π.χ. 69ος κανόνας Αγ. Αποστόλων). Από το παραπάνω εξάγεται το συμπέρασμα ότι οι Ιεροί Κανόνες εκτός από όρια και μέτρο, αποτελούν και τα παιδαγωγικά εκείνα μέσα που διαθέτει η Εκκλησία. Έτσι, η εκκλησιαστική οικονομία είναι το φιλάνθρωπο και φιλόστοργο εκείνο μέσο, που επιτρέπει τη διαποίμανση των μελών της και σκοπό έχει όπως χαρακτηριστικά λέγει ο 102ος κανόνας της Πενθέκτης “…τό πλανώμενον πρόβατον ἐπαναγαγεῖν, καί τρωθέν ὑπό τοῦ ὄφεως ἐξιάσασθαι καί μήτε κατά κρημνῶν ὠθῆσαι τῆς ἀπογνώσεως, μήτε τόν χαλινόν ὐπενδοῦναι πρός τήν τοῦ βίου ἔκλυσιν τε καί καταφρόνησιν…”. Παρομοιάζεταιδε, αυτός που εφαρμόζει την οικονομία ως ο ιατρός που χρησιμοποιεί τα κατάλληλα φάρμακα “…εἴτε διά τῶν αὐστηροτέρων τε και στυφόντων, εἴτε διά τῶν ἁπαλωτέρων τε καί πρᾳοτέρων φαρμάκων, κατά τοῦ πάθους στῆναι, καί πρός συνούλωσιν τοῦ ἕλκους ἀνταγωνίσασθαι…”.

Κανόνες που εισάγουν την οικονομία στη νηστεία

Μέσα στο πλαίσιο αυτό οι Ιεροί Κανόνες που στοιχίζονται πίσω από τον λόγο του Κυρίου “ὁ δυνάμενος χωρεῖν χωρείτω” (Ματθ. 19,12) και εισάγουν εκκλησιαστική οικονομία είναι:α) Ο 69ος κανόνας των Αγίων Αποστόλων, που ορίζοντας την ακρίβεια, περιλαμβάνει και την οικονομία “ἐκτός εἰ μή δι᾽ ἀσθένειαν σωματικήν ἐμποδίζοιτο”. Ο Ζωναράς σχολιάζοντας τον παρόντα κανόνα σημειώνει ότι “ἡ γάρ νηστεία διά ταπείνωσιν ἐπινενόηται τῆς σαρκός· εἰ δ´ ἐκ νόσου, ἤ ἀσθένείας ἄλλης τινός καταπονοῖτο ἡ σάρξ,ἡ ἐκ τῆς νηστείας ταπείνωσις ἐκείνη οῦκ ἀναγκαία”. β) Ο Άγιος Τιμόθεος Αλεξανδρείας, για λόγους υγείας, επιτρέπει την κατάλυση της νηστείας και κατ᾽ αυτήν ακόμα την Μ. Εβδομάδα. Πιο συγκεκριμένα στην 8η κανονική ερωτοαπόκριση αναφορικά με τη γυναίκα που θα γεννήσει την περίοδο της νηστείας του Πάσχα, αν θα πρέπει να νηστέψει διασαφηνίζει ότι “ὁφείλει μεταλαβεῖ, καθῶς βούλεται καί δύναται βαστάσαι, τροφῆς καί ποτοῦ”. γ) Στο ίδιο πνεύμα κινείται και η 10η κανονική ερωτοαπόκρισή του, που επιτρέπει στον ασθενή την κατάλυση της νηστείας ακόμα και τη Μ. Εβδομάδα, γιατί “ὀφείλει μεταλαμβάνει καί τῆς τροφῆς καί τοῦ ποτοῦ ὁ ἀσθενῶν, πρός ὅ δύναται βαστάσαι” , είναι δηλαδή σωστό να τρώει λάδι ο ασθενής μια και εξαντλήθηκε από την ασθένειά του. Στο σχόλιό του ο Βαλσαμών επεκτείνει την ισχύ του παρόντος κανόνος και κατά τη διάρκεια της Μ. Τεσσαρακοστής. Η ασθένεια του σώματος λαμβάνεται από την Εκκλησία σοβαρά υπ᾽όψιν, προκειμένου να χαρακτηρισθεί σε κατάσταση ανάγκης κάποιος και να γίνει σε αυτόν οικονομία, μάλιστα δε χαρακτηρίζεται και καθήκον σε ορισμένες περιπτώσεις.  Κατά τον Αββά Ποιμένα, η νηστεία «δέν εἶναι σωματοκτόνος, ἀλλά παθοκτόνος».  δ) Ο 19ος κανόνας της Γάγγρας ορίζει ότι αν κάποιος από τους ασκούμενους, χωρίς σωματική ανάγκη, (δηλαδή ασθένεια, όπως ορίζει ο 69ος Αποστολικός κανόνας), υπερηφανεύεται και καταλύει τις παραδεδομένες νηστείες, αυτός να αναθεματίζεται. Ο κανονικός νομοθέτης στην περίπτωση αυτή απαιτεί την πλήρη εφαρμογή της ακρίβειας και δεν αναγνωρίζει οικονομία, για το λόγο ότι η κατάλυση της νηστείας εδώ ξεκινά από την υπερηφάνεια, ότι κάποιος δηλαδή μπορεί από μόνος του να ρυθμίζει το ζήτημα αυτό, άνευ υπακοής στην Εκκλησία. ε) Ο 53ος κανόνας των Αγίων Αποστόλων κανονίζει την κατάλυση της νηστείας κατά τις ημέρες των εορτών και φτάνει να απαγορεύσει την νηστεία κατά την εορταστική περίοδο. Έτσι αυτός που θα νηστεύσει σε εορταστική περίοδο και δεν καταλύσει τη νηστεία, δηλαδή με κρέας και οίνο, επειδή αποστρέφεται το κρέας, αυτός εάν είναι κληρικός να καθαιρείται. Γιατί αυτό δεν συμβαίνει επειδή έχει κάποια ατομική άσκηση ή βρίσκεται σε κανόνα από τον πνευματικό του, αλλά επειδή αποστρέφεται αυτά που έχουν δοθεί από το Θεό ως φαγώσιμα, κατά τον Βαλσαμώνα, με αποτέλεσμα να μολύνει την συνείδησή του και να γίνεται αίτιος σκανδάλου για πολλούς. στ) Ο 1ος κανόνας του Θεοφίλου Αλεξανδρείας κανονίζει το θέμα της λύσης της νηστείας όταν η παραμονή των Θεοφανείων, που είναι ημέρα νηστείας, πέσει ημέρα Κυριακή που είναι αναστάσιμη ημέρα, τότε η νηστεία να λύεται (με την κατανάλωση ολίγων φοινίκων”χουρμάδων” ή και σύκων και σταφίδων, κατά τον Όσιο Νικόδημο). Κατ᾽επέκταση μπορεί να γίνει οικονομία και να υπάρχει λύση της νηστείας κατά την παραμονή της Δεσποτικής Εορτής, όπως η Παραμονή των Χριστουγέννων, εάν συμπίπτει Κυριακή ή Σάββατο. Οι κανονικές διατάξεις που διατυπώθηκαν από: α) τον Ιωάννη το Νηστευτή, ο οποίος σε όλους σχεδόν τους κανόνες του προσθέτει την άσκηση της νηστείας και της προσευχής με σκοπό να μειώσει το χρόνο αποχής από τη Θεία Κοινωνία, β) τον Νικηφόρο τον Ομολογητή, 5ος (για τον Ευαγγελισμό εάν τύχει Μ. Πέμπτη ή Μ. Παρασκευή), 7ος (για τη νηστεία των Αγ. Αποστόλων και των Χριστουγέννων ), 16ος (για την κατάλυση νηστείας από εργαζομένους μοναχούς την Μ. Τεσσαρακοστή), 20ος (για τη νηστεία των μοναχών των Αγ. Αποστόλων και τα Χριστούγεννα) και 33ος (για τη νηστεία των μοναχών την τετάρτη και την παρασκευή της Τυροφάγου) και γ) τον Νικόλαο Κωνσταντινουπόλεως στον 3ο κανόνα του (που αναφέρεται στη νηστεία του Δεκαπενταυγούστου) δεν έχουν κυρωθεί από τον 2ο κανόνα της Πενθέκτης ώστε να λάβουν οικουμενικό κύρος και καθολική ισχύ, για το λόγο αυτό δε θα γίνει αναφορά σ᾽ αυτούς.

Αρμοδιότητα

 Σύμφωνα με την κανονική παράδοση αρμόδιοι για την άσκηση της εκκλησιαστικής οικονομίας πέρα από κάθε αμφιβολία είναι ο επίσκοπος, ο οποίος δύναται να οικονομήσει ενόρια τα ζητήματα που σχετίζονται με την τήρηση, λύση και κατάλυση της νηστείας, αλλά και λαμβάνοντας μέρος στην τοπική σύνοδο της μείζονος εκκλησιαστικής περιφέρειάς του, ή ως εκπρόσωπος της τοπικής του Εκκλησίας σε μείζονες συνοδικές διασκέψεις. Ο Επίσκοπος γνωρίζοντας τις τοπικές και ατομικές συνθήκες ρυθμίζει το ζήτημα της νηστείας ορισμένων πιστών της περιφέρειάς του, ή λαμβάνει γενικότερο μέτρο οικονομίας, που ανάγεται στην αρμοδιότητα της Συνόδου, λόγω κατεπείγουσας ανάγκης που επιβάλλουν έκτακτες συνθήκες και επιφυλάσσεται στη συνέχεια να ζητήσει την συνοδική έγκριση μιας τέτοιας κατ᾽οικονομίας ενέργειας. Επιπρόσθετα, αυτός που εξατομικευμένα ασκεί την εκκλησιαστική οικονομία στο ζήτημα της νηστείας είναι κατ᾽ εξοχήν ο πνευματικός πατήρ, που έχει την ευθύνη της διαποίμανσης κάθε μέλους της εκκλησιαστικής κοινότητας, όπως σημειώνει χαρακτηριστικά ο 12ος κανόνας της Α´ Οικουμενικής Συνόδου και ο προαναφερθείς 102ος της Πενθέκτης, που επιτρέπει στον πνευματικό να χειρίζεται σαν ιατρός τις περιπτώσεις των πνευματικών του παιδιών και να δίδει το ανάλογο φάρμακο για την θεραπεία των πνευματικών νοσημάτων και την επούλωση των πληγών από την αμαρτία με τελικό σκοπό τη σωτηρία του εξομολογούμενου. Στον κανόνα αυτό εισάγεται και η έννοια της οικονομίας, ως “οἰκονομοῦντι σοφῶς” τον άνθρωπο που προρεύεται προς την “ἄνω λαμπροφορίαν”. Ο 74ος κανόνας του Μ. Βασιλείου δίνει τη δυνατότητα στον πνευματικό να ελαττώνει το επιτίμιο προς τον εξομολογούμενο, εάν υπάρχει από μέρους του πραγματική μετάνοια και να ασκεί την φιλάνθρωπη οικονομία.

Το ζήτημα της αναπροσαρμογής της νηστείας στη σύγχρονη εποχή

Ως επιστέγασμα των όσων ειπώθηκαν και μέσα στο πλαίσιο της κανονικής παράδοσης της Εκκλησίας, το αίτημα για την αναπροσαρμογή των περί νηστείας εκκλησιαστικών διατάξεων σύμφωνα με τις απαιτήσεις της συγχρόνου εποχής, είναι ένα ζήτημα που τέθηκε στις Πανορθόδοξες Διασκέψεις για τη μέλλουσα να συνέλθει Αγία και Μεγάλη Σύνοδο. Έτσι καθίσταται αδήριτος ανάγκη η εξαγωγή ορισμένων συμπερασμάτων επί τη βάσει σύνολης της κανονικής νομοθεσίας της ορθοδόξου Εκκλησίας. Το ζήτημα αυτό εντάχθηκε ως έβδομο – από τα δέκα (10) θέματα – στο θεματολόγιο της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου. Η Γ’ Προσυνοδική Πανορθόδοξη Διάσκεψη (Σαμπεζύ, 28 Όκτωβρίου 1986) ανέλυσε διεξοδικά το ζήτημα αυτό και εξέδωσε τελικά κείμενα-αποφάσεις, όπου διακηρύσσει χαρακτηριστικά “την ανάγκην τηρήσεως υπ’ αυτών των τεταγμένων νηστειών του ενιαυτού του Κυρίου”, ενώ διακρίνει τις νηστείες από την εξατομικευμένη άσκηση – νηστεία που θέτει ο πνευματικός στο αγωνιζόμενο μέλος της Εκκλησίας, “προς τούτοις δε και πασών των κατά ποιμαντικήν μέριμναν οριζομένων εκάστοτε νηστειών ή των κατά την προαίρεσιν των πιστών τηρουμένων”. Καταλήγει δε ότι: “Εκρίθη ούτως ότι ουδεμία κατάργησις νηστείας δύναται να προταθή, τούτο μεν δια το υψηλόν πνευματικόν περιεχόμενον του θεσμού, τούτο δε προς αποφυγήν σκανδαλισμού του πιστού λαού του Θεού, ο οποίος έχεται των πατρίων και μετά δυσφορίας θα έβλεπεν οιανδήποτε απομάκρυνσιν από την κρατήσασαν δια μέσου των αιώνων τάξιν”. Όσον αφορά το ζήτημα της εκκλησιαστικής οικονομίας διετύπωσε τις εξής θέσεις: α) Δύναται αυτή να εφαρμοστεί “δι’ ασθένειαν του σώματος ή δι’ αδήριτον ανάγκην ή και δια την χαλεπότητα των καιρών” και τούτο “κατά την υπεύθυνον κρίσιν και ποιμαντικήν μέριμναν του σώματος των επισκόπων των κατά τόπους Εκκλησιών”. β) Επίσης στις περιπτώσεις όπως, “δια τους έχοντας δυσκολίαν εις την τήρησιν των ισχυουσών περί νηστείας διατάξεων είτε εκ λόγων ατομικών (ασθένεια, στράτευσις, συνθήκαι εργασίας, διαβίωσις εν τη Διασπορά κ.λπ.) είτε γενικοτέρων (ειδικαί συνθήκαι επικρατούσαι εις τινας χώρας από πλευράς κλίματος, αδυναμία ευρέσεως νηστίμων τροφών και κοινωνικών δομών) επαφίεται εις την πνευματικήν διάκρισιν των κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών να καθορίσουν το μέτρον της φιλάνθρωπου οικονομίας και επιεικείας”. γ) Τονίζεται δε, από την Διάσκεψη ότι “η φιλάνθρωπος αύτη συγκατάβασις πρέπει να ασκηθή υπό της Εκκλησίας μετά πάσης φειδούς, οπωσδήποτε δε επί το επιεικέστερον δια τας νηστείας εκείνας, δι’ ας δεν υπάρχει ομοιόμορφος πάντοτε και εις απάσας τας περιπτώσεις παράδοσις και πράξις εν τη Εκκλησία”.

Επίλογος

Στην παρούσα εισήγηση επιχειρήσαμε να θίξουμε συνοπτικά το θέμα της ακρίβειας και της οικονομίας στην εντολή της νηστείας, έτσι όπως αυτή περιγράφεται στην κανονική παράδοση της Εκκλησίας. Ασφαλώς το θέμα δεν είναι δυνατό να εξαντληθεί στο πλαίσιο μιας εισήγησης, αλλά χρήζει περαιτέρω ανάπτυξης και ερεύνης. Ανακεφαλαιώνοντας γίνεται σαφές ότι η ακρίβεια είναι αυτή που καθορίζει το βούλημα του κανονικού νομοθέτη, ενώ η οικονομία είναι αυτή που διασώζει το πνεύμα του. Τέλος, η νηστεία δεν θα πρέπει να θεωρείται ως η τήρηση ενός τυπικού καθήκοντος από την πλευρά του πιστού, αλλά ως η έκφραση της αγαπώσης καρδίας του, η οποία αναμένει τον ερχομό του Αναστάντος Νυμφίου της.