“Αφέντες τας εαυτών πατρίδας, εις την ημετέραν πόλιν συρρέουσι” (ιερός Χρυσόστομος)

     Δημοσιεύουμε στον παρόντα χώρο κείμενο του ιερού Χρυσοστόμου, το οποίο αναφέρεται στο θέμα της ελεημοσύνης, που αναλογικά αφορά και στους μετανάστες και πρόσφυγες που εισρέουν κατά τις ημέρες μας στην πατρίδα μας. Ο ιερός πατήρ και δια του παρόντος κειμένου, μας συνεπαίρνει.  Μας εντυπωσιάζει  το ξεχείλισμα της αγάπης του για τον συνάνθρωπο που πάσχει και για τον οποίον Χριστός απέθανε. 

Σημειώνουμε όμως ότι το κείμενο πρέπει:

  1. να αναγνωσθεί με σοβαρότητα και να ερμηνευθεί με διάκριση, αφού ληφθεί υπ΄ όψιν το περιβάλλον εντός του οποίου δημιουργήθηκε, αλλά και το “συγκεκριμένο” του ζητήματος στο οποίο αναφέρεται.
  2. Οι αναγωγές προς το σημερινό “προσφυγικό-μεταναστευτικό” πρέπει να γίνουν με προσοχή και με σφαιρική μελέτη του θέματος, προς αποφυγήν παρερμηνειών και εξαγωγής λαθεμένων  συμπερασμάτων.
  3. Για το σημερινό ζήτημα πρέπει να βγουν συμπεράσματα αφού λάβουμε υπ΄ όψιν μας την διάκριση μεταξύ προσφύγων και προσφυγιάς.  Τους πρόσφυγες τους συμπονάμε, διότι δεν είναι δυνατόν να αδιαφορήσει ο ορθόδοξος χριστιανός για τον οποιονδήποτε που υποφέρει. Την προσφυγιά που δημιούργησαν οι “μεγάλοι” για να επιτύχουν την άλωση της Ελληνορθοδόξου Πατρίδος μας, την απορρίπτουμε και την μαχόμαστε, διότι έχουμε νούν ζωντανό και συνετό που μπορεί να καταλαβαίνει τα καταχθόνια σχέδιά τους, δηλαδή την ισλαμοποίηση της πατρίδος μας – και όχι μόνον.
  4. Ο Αναγνώστης του άρθρου θα πρέπει να μελετήσει  τις εισαγωγικές  παρατηρήσει μας το ίδιο προσεκτικά με  το κείμενο που ακολουθεί. Στην ιστοσελίδα μας θα αναρτήσουμε εκτενέστερο κείμενο για το θέμα, λίαν συντόμως.

“Δραπέται τινες εισι, φησι, και ξένοι, και μαστιγίαι, και τας αυτών αφέντες πατρίδας, εις την ημετέραν πόλιν συρρέουσι. Δια τούτο ουν αγανακτείς, ειπέ μοι, και τον στέφανον της πόλεως διατίλλεις, ότι κοινόν λιμένα πάντες αυτήν είναι νομίζουσι, και της ενεγκούσης την αλλοτρίαν προτιθέασι; Διά τούτο μεν ούν αγάλλεσθαι έδει και χαίρειν, ότι καθάπερ εις κοινόν εμπορίαν τας υμετέρας χείρας τρέχουσιν άπαντες, και μητέρα κοινήν είναι ταύτην την πόλιν νομίζουσι. Μη δη διαφθείρητε το εγκώμιον, μηδέ ακρωτηριάσητε τον έπαινον πάτριον όντα αυτή και αρχαίον.  prosfyges

Και γαρ ποτε λιμού μέλλοντος εις την γην εμβάλλειν άπασαν, οι την πόλιν ταύτην οικούντες τοις εν Ιεροσολύμοις καθημένοις, αυτοίς δε τούτοις, περί ων ημίν ούτος ο λόγος άπας κεκίνηται, διά χειρός Βαρνάβα και Σαύλου χρήματα έπεμψαν ουκ ολίγα. Τίνος ούν εν είημεν ημείς συγγνώμης άξιοι, ποίας δε απολογίας, όταν οι μεν πρόγονοι οι ημέτεροι και τους πόρρωθεν καθημένους φαίνωνται διά των οικείων τρέφοντες χρημάτων, και αυτοί προς εκείνους τρέχοντες· ημείς δε και τους αλλαχόθεν προς ημάς καταφεύγοντας απελαύνωμεν, και απαιτώμεν ευθύνας ακριβείς, και ταύτα ειδότες, ότι μυρίων υπεύθυνοί εσμεν κακών; Καν ο Θεός ούτως ακριβώς τα καθ’ ημάς εξέταση, ώσπερ ημείς τα των πενήτων, ουδεμιάς τευξόμεθα συγγνώμης, ουδέ ελέου τινός· «Εν ω γαρ κρίματι κρίνετε, φησί, και υμείς κριθήσεσθε». Γενού τοίνυν φιλάνθρωπος και ήμερος τω συνδούλω, και πολλά άφες των ημαρτημένων, και ελέησον, ίνα και αυτός τοιαύτης τύχης της ψήφου. Τι πράγματα σαυτώ πλέκεις· τι περιεργάζη; Άρα ει προσέταξεν ο Θεός βίους ερευνάν, και ευθύνας απαιτείν, και πολυπραγμονείν τρόπους, ουκ αν εδυσχέραινον πολλοί;”.

(Περί Ελεημοσύνης. Εκφωνηθείς εν τω παριέναι αυτόν χειμώνος ώρα, και ιδείν τους πένητας και πτωχούς ανεπιμελήτους ερριμμένους κατά την αγοράν, PG 51, 269-70)