Οι 4 λόγοι που απουσίασε ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος από την Πανορθόδοξη

Δημοσιεύουμε το παρακάτω άρθρο από την εφημερίδα “Το Παρόν”, καθ΄ ότι τα εν αυτώ διαλαμβανόμενα είναι κατά την γνώμη μας  αναγκαίο να τα γνωρίζει κάθε μέλος της Εκκλησίας μας.

Στο Ανακοινωθέν της Σύναξης, 28 Ιανουαρίου 2016, δηλώνεται ότι η απουσία του Αρχιεπισκόπου ήταν «διά προσωπικούς λόγους». Η δήλωση είναι αναληθής. Ο Αρχιεπίσκοπος ουδεμία προσωπική διαφορά έχει έναντι όλων. Είναι πολύ φιλικός, ευγενής και διαλλακτικός.

barth iero

Η απουσία του οφείλεται σε «κανονικούς λόγους». Αφορούν το κύρος του θεσμού της Εκκλησίας της Ελλάδος και του Προκαθημένου της. Κάποιοι λόγοι δημοσιοποιήθηκαν στο «ΠΑΡΟΝ» της 17ης Ιανουαρίου 2016, με τίτλο: «Ο Αρχιεπίσκοπος απαιτεί σεβασμό προς την Εκκλησία της Ελλάδος από τον Οικουμενικό Πατριάρχη».

Πρώτος κανονικός λόγος: Η αντικανονική εμπλοκή του Πατριάρχη στην εκλογή Μητροπολίτη Ιωαννίνων. Στην κανονική γλώσσα αυτό ορίζεται ως «εισπήδηση» ή «επίβαση» στη διοίκηση άλλης τοπικής Εκκλησίας. Εδώ, της Διοικούσης Εκκλησίας της Ελλάδος. Αυτή συγκροτείται από τους «εν ενεργεία Αρχιερείς» (άρθρο 3 του Συντάγματος) των Παλαιών και των Νέων Χωρών της Ελλάδος (πλην μίας εξαιρέσεως: Κρήτης, Δωδεκανήσων και Αγίου Όρους, που διοικούνται από τον Πατριάρχη), κατά τον Καταστατικό Χάρτη του 1977 και τα κανονικά κείμενα των δύο Εκκλησιών, Κωνσταντινουπόλεως και Ελλάδος, σεβαστά και από την Πολιτεία της Ελλάδος. Ανωτάτη Διοικητική Αρχή, η Σύνοδος της Ιεραρχίας, υπό την προεδρία του Αρχιεπισκόπου Αθηνών, του και Προκαθημένου της Εκκλησίας. Έτσι μνημονεύεται ο Αθηνών στα Δίπτυχα από τον Πατριάρχη και τους άλλους Προκαθημένους των επίσημων τοπικών Εκκλησιών. Κορυφαία διοικητική πράξη της Ιεραρχίας είναι η εκλογή Αρχιερέων. Κάθε άλλη ξένη θεσμικά εμπλοκή -πολιτικής ή εκκλησιαστικής Αρχής- στο κορυφαίο αυτό γεγονός είναι νομικά και κανονικά απορριπτέα. Η κατάληξη της εκλογής Ιωαννίνων είναι γνωστή, σε σχέση με την εμπλοκή Πατριάρχη. Όμως το γινάτι βγάζει μάτι.

Δεύτερος κανονικός λόγος: Ο Πατριάρχης, αντί να προβληματισθεί ορθά, προχωρεί σε δεύτερη πρόκληση. Τον αποτυχόντα αλλά εκλεκτό του Πατριάρχη εκλέγει η Σύνοδος του Πατριαρχείου Μητροπολίτη Αδριανουπόλεως. Ως εδώ, ουδέν μεμπτόν. Αντί όμως ο Πατριάρχης τον νέο Μητροπολίτη του να τον ποδηγετήσει πώς να αναδείξει την ιστορική Μητρόπολη Αδριανουπόλεως, το όνομα και την ουσία της οποίας σφετερίζεται, κακώς, η τοπική Εκκλησία Βουλγαρίας, τον τοποθετεί, χωρίς προηγούμενη συνεννόηση προς επιτυχία του σκοπού, διευθυντή του Πατριαρχικού Γραφείου Αθηνών. Στην άμεση δικαιοδοσία του Αρχιεπισκόπου. Ο οποίος, εύλογα, δεν τον αναγνωρίζει. Τον θέτει σε ακοινωνησία μη προσωπικής επικοινωνίας. Να επικοινωνεί με τον αρχιγραμματέα της Συνόδου για τα διεκκλησιαστικά και με τον πρωτοσύγκελό του για να λαμβάνει άδεια ιεροπραξίας στην αρχιεπισκοπική περιφέρεια, αν το επιθυμούσε ο νέος διευθυντής του Γραφείου Αθηνών. Πάλι καλά. Πολλή η επιείκεια. Ο αείμνηστος Αρχιεπίσκοπος Σεραφείμ αυτά προφήτευε όταν αρνιόταν την ίδρυση του Γραφείου αυτού. «Αντιπρόσωπος – Γραφείο του Πατριάρχη στην Αθήνα είναι ο ίδιος ο Αρχιεπίσκοπος», έλεγε και πρόσθετε: «Οι Φαναριώτες θέλουν ανεξάρτητο Γραφείο, να αλωνίζουν στην Αρχιεπισκοπή μου και να προκαλούν έριδες». Η έξωθεν πρόκληση έριδας και διαίρεσης μιας άλλης τοπικής Εκκλησίας τιμωρείται πολύ αυστηρά από τους Ιερούς Κανόνες. Εμείς, όμως, δεν χαμπαρίζουμε από αυτά. Κανόνες είμαστε οι ίδιοι.

Τρίτος κανονικός λόγος: Ο Πατριάρχης, «σαν τσάμικος ταμπάκος στα ρουθούνια του Αρχιεπισκόπου», όπως λέει ο λαός, επιμένει στο ίδιο ζήτημα. Εισηγείται νομοθετική πρωτοβουλία επί κειμένου στον πρωθυπουργό και σε υπουργούς που είχαν επισκεφθεί την Κωνσταντινούπολη για πολιτικές συζητήσεις με την Τουρκία, ώστε το Πατριαρχικό Γραφείο των Αθηνών να προαχθεί νομοθετικά σε «Πατριαρχική Εξαρχία» Αθηνών. Η κυβέρνηση, νόμιμα και με σεβασμό της κανονικής τάξης, θέτει το ζήτημα, πριν από τη νομοθέτηση, υπ’ όψιν του Μακαριωτάτου, για να πεταχθεί στον κάλαθο των αχρήστων. Η νέα μεθόδευση εισπήδησης, εν αγνοία του Προκαθημένου της Εκκλησίας της Ελλάδος, τέλη του 2015, συνιστά επανάληψη, υπό άλλες συνθήκες και σκοπούς, της ιδρύσεως Βουλγαρικής Εξαρχίας στην Κωνσταντινούπολη, το 1870, με πολιτική παρέμβαση του σουλτάνου, εν αγνοία και αρνήσει του Πατριαρχείου. Διότι στην έδρα του Πατριάρχη θα δρούσε και άλλη Εκκλησιαστική Αρχή, ως Εξαρχία. Τότε προέκυψε η μεγάλη διαίρεση και έριδα μεταξύ πατριαρχικών και εξαρχικών. Τώρα τα σπέρματα διαιρέσεως μεταξύ πατριαρχικών και ελλαδικών στο κλίμα της Διοικούσης Εκκλησίας της Ελλάδος. Κάποιοι Αρχιερείς διερωτώμεθα: Πώς ακόμη ο Αρχιεπίσκοπος εξακολουθεί και μνημονεύει τον Βαρθολομαίο στα Δίπτυχα; Ο Πατριάρχης διέκοψε το μνημόσυνο του Χριστόδουλου γιατί ενέργησε, το 2004, το αυτονόητο, βάσει του κανόνος και του νόμου, ως προς το μεταθετό για τη Θεσσαλονίκη.

Πέραν όμως της αντικανονικής μεθοδεύσεως, ο Πατριάρχης ελέγχεται και για ανακολουθία θέσεων επισήμων, γραπτώς. Στη δημοσιευθείσα ομιλία του «Νόμοι και Ιεροί Κανόνες», στις 22 Σεπτεμβρίου 2005, ενώπιον των δικαστών των Αθηνών (βλ. περιοδικό «Ορθοδοξία», Ιουλ. – Σεπτ. 2005), αντιτίθεται σφόδρα στην προτίμηση της εννόμου έναντι της κανονικής τάξεως. Είναι υπέρμαχος των ιερών κανόνων έναντι των νόμων. Στην εδώ περίπτωσή μας, όμως, το λησμόνησε. Άρα και ο νόμος είναι καλοδεχούμενος όταν μας συμφέρει, γι’ αυτό και τον εισηγούμεθα, άσχετα από τον κανόνα. Πώς αλλιώς να εξηγηθεί η εισήγησή του για νομοθετική ρύθμιση ιδρύσεως Πατριαρχικής Εξαρχίας, εν αγνοία της κανονικής τάξεως των Αθηνών, ως προς την Εκκλησιαστική Διοίκηση; Ο προκάτοχός του Φώτιος τα διδάσκει τόσο καθαρά. Ποιος διοικεί την Εκκλησία σε μια τοπική πολιτική επικράτεια και διοίκηση; Διδάσκει: «Τα εκκλησιαστικά, και δη τα περί ενοριών δίκαια, ταις πολιτικαίς επικρατείαις και διοικήσεσι συμμεταβάλλεσθαι έωθεν». Άλλο πνευματική αναφορά και άλλο διοικητική αναφορά. Συμφυρμός και αλλοίωση δεν χωρούν εδώ. Κάθε νοικοκύρης είναι κυρίαρχος στο σπίτι του.

Τέταρτος κανονικός λόγος: Ο Πατριάρχης και Μητροπολίτες του Θρόνου, προσκαλούμενοι από Μητροπολίτες της Βορείου Ελλάδος, τονίζουν επί κειμένου ότι οι Μητροπόλεις αυτές είναι του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Είναι σωστή η θέση ως προς την πνευματική αναφορά. Ως εδώ, όμως, εκφέρουμε τη μισή αλήθεια.

Η πλήρης αλήθεια είναι ότι οι Μητροπόλεις της Βορείου Ελλάδος είναι μέρος αναπόσπαστο της Διοικούσης Εκκλησίας της Ελλάδος. Έχουν διοικητική αναφορά στην Αθήνα. Προωθείται ηθελημένη σύγχυση. Η πρόθεση, εμφανής. Επιδιώκεται σιγά σιγά η γεωγραφική διχοτόμηση της Διοικούσης Εκκλησίας της Ελλάδος.

Η Παλαιά Ελλάδα να ταυτισθεί με την τ. Αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ελλάδος του 1850, του 1866, του 1882, ως «Αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ελλάδος». Η δε Νέα Ελλάδα, που απελευθερώθηκε από τον οθωμανικό ζυγό το 1912-1913 κ.ε., να υπαχθεί και διοικητικά -όχι μόνο πνευματικά- στο Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, με την έδρα του, δηλαδή εκτός ελληνικής Επικράτειας.

Η Αθήνα δεν μπορεί να διοικήσει εκκλησιαστικά τη Β. Ελλάδα. Μπορεί το Πατριαρχείο, και δη ο Πατριάρχης, που δεν είναι σε θέση 25 χρόνια τώρα μια Θεολογική Σχολή της Χάλκης να επιτύχει να λειτουργήσει; Θέλει να διοικήσει τη Θράκη, τη Μακεδονία, την Ήπειρο και τα νησιά του Βορειοανατολικού Αιγαίου.

«Θου, Κύριε, φυλακήν τω στόματί μου και θύραν περιοχής περί τα χείλη μου». Άθελά μας, αλείφουμε βούτυρο στο ψωμί των Ερντογάν – Νταβούτογλου. Υπερβολή; Καθόλου. Αυτοί ονειρεύονται και επιχειρούν σε γεωπολιτικό και γεωστρατηγικό επίπεδο τη διχοτόμηση της νησιωτικής Ελλάδος, του Αιγαίου, με τις συνεχείς αναχαιτιζόμενες παραβιάσεις του ελληνικού εναέριου χώρου υπεράνω του Αιγαίου, αλλά θέλουν -και κόπτονται- τα προς Συρία σύνορα της Τουρκίας απαραβίαστα από τους Ρώσους.

Από την άλλη, σε εκκλησιαστικό πεδίο, επιχειρείται για άλλους λόγους το ίδιο: Η διχοτόμηση του διοικητικού εκκλησιαστικού χάρτη της Ελλάδος, με την επιποθούμενη και μεθοδευμένη συρρίκνωση της τοπικής δικαιοδοσίας της Εκκλησίας της Ελλάδος στα μέχρι το 1882 σύνορα της Ελλάδος. Επιχειρήθηκε πρόσφατα (Σεπτέμβριος 2015) η διχοτόμηση της μίας και ενιαίας Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος. Προσκλήσεις του Πατριάρχη για μια σύσκεψη επί τρεχόντων θεμάτων απευθύνθηκαν μόνο στους Μητροπολίτες της Ν. Ελλάδος.

Υπάρχουν και άλλα τέτοια, αλλά δεν είναι του παρόντος. Προωθητές της νοσηρής, άκριτης και επιπόλαιης αυτής μεθοδεύσεως, πέραν κάποιων Φαναριωτών, και κάποιοι -μετρημένοι, ευτυχώς, στα δάκτυλα μισού χεριού- Μητροπολίτες των Νέων Χωρών.

Έχουν τη μητροπολιτική τιμή, συνδιοικούν την Εκκλησία της Ελλάδος, αλλά θέλουν να είναι και βοηθοί επίσκοποι του Πατριάρχη, για πολύ προσωπικούς λόγους, που δεν είναι του παρόντος. «Τίκτουν και παρθενεύουν» και «αλλού τρώνε, αλλού πίνουν και αλλού το δίνουν». Πρέπει όλοι να γνωρίζουν, προπαντός η πολιτική και η εκκλησιαστική ηγεσία, ότι η πατρίδα, η Ελλάδα, είναι μη διαιρετή γεωπολιτικά και γεωεκκλησιαστικά.

Για όλους, λοιπόν, τους παραπάνω βασικούς κανονικούς λόγους -υπάρχουν και άλλοι- και όχι «για προσωπικούς λόγους» απουσίαζε ο Αρχιεπίσκοπος από τη Γενεύη, ενώ προς τιμήν του, παρ’ όλα τα παραπάνω, απέστειλε αντιπροσωπεία Αρχιερέων της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος. Το Πατριαρχείο είναι η Διοικούσα Εκκλησία της Δ. Ευρώπης, της Αμερικής, της Αυστραλίας και της Ασίας, κατά τους Ιερούς Κανόνες. Να αφήσει τη Διοικούσα Εκκλησία της Ελλάδος ήσυχη. Έχουμε ανάγκη μια ισχυρή Εκκλησία της Ελλάδος για την κοινωνική και πνευματική συνοχή μας και για στήριγμα της μητρός Εκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως, ως Πανορθοδόξου Κέντρου, κάτι που το πράττει, και όχι μια Εκκλησία μαριονέτα-υποτακτικό δορυφόρο του Πατριάρχη.

Ένας Μητροπολίτης
της Βορείου Ελλάδος