Περί Νηπιοβαπτισμού

   Τις ημέρες που διανύουμε, η λογική και ο παραλογισμός δεν αποτελούν απολύτως διακεκριμένες έννοιες. Αιτία του τραγικού αυτού φαινομένου, είναι κατά την γνώμη μας η αποστασιοποίηση του συγχρόνου ανθρώπου από το Ευαγγέλιο του Χριστού μας, και η προσκόλλησή του -στην καλύτερη περίπτωση- σε έναν άθεο ουμανισμό. Σύγχυση, ημιμάθεια, και συγκρητισμός οδηγούν τους συγχρόνους βεβαπτισμένους Χριστιανούς, σε άρνηση ακόμα και αυτών των μυστηρίων της Εκκλησίας μας. Σε αυτό το πλαίσιο διαβάσαμε προσφάτως στο διαδίκτυο και άρθρα που προέρχονται από ευρωπαϊκές ανθρωπιστικές οργανώσεις και διαβάλουν τον Νηπιοβαπτισμό, τον χαρακτηρίζουν αντιδημοκρατική πράξη και ζητούν την δια νόμου απαγόρευσή του. Σημειώνουν μάλιστα κάποιοι πονηροί από αυτούς, ότι και στην αρχαία Εκκλησία δεν υπήρχε νηπιοβαπτισμός. Βεβαίως αργότερα κάποιοι ομίλησαν περί υπερβολών που ποτέ δεν υποστηρίχθηκαν σοβαρά. Πιστεύουμε όμως ότι δεν επρόκειτο για κάποιο λάθος, αλλά για βολιδοσκόπιση των χριστιανών και των αντιδράσεών τους, (αλλά και για επηρεασμό αυτών δια μέσου των περί δημοκρατίας φληναφημάτων των συγκεκριμένων αρθρογράφων). Με αφορμή λοιπόν τα παραπάνω, δημοσιεύουμε κείμενο του αειμνήστου πατρός Αντωνίου Αλεβιζόπουλου για το θέμα του νηπιοβαπτισμού, προκειμένου να κατηχήσουμε και στηρίξουμε του Χριστιανούς μας.

   image

   Εις την αρχαίαν Εκκλησίαν, όπου οι άνθρωποι εγίνοντο χριστιανοί ως μεμονωμένα άτομα, εβαπτίζοντο εις μεγάλη ηλικίαν, αφού προηγουμένως εκατηχούντο και επίστευαν εις τον Χριστόν. Δια τον σκοπόν αυτόν η Εκκλησία είχε σχηματίσει ιδιαιτέραν τάξιν, την τάξιν των Κατηχουμένων. Την τάξιν αυτήν διακρίνομεν και σήμερον εις την ορθόδοξον θείαν λειτουργίαν. Το πρώτο τμήμα της, το οποίον περιλαμβάνει τα “ειρηνικά”, τα αντίφωνα και τα αναγνώσματα και καταλήγει εις τας ευχάς υπέρ των κατηχουμένων, ονομάζεται λειτουργία των Κατηχουμένων. Τα ανωτέρω δεν σημαίνουν βεβαίως ότι εις την αρχαίαν Εκκλησίαν απεκλείοντο απο το ιερόν βάπτισμα τα μικρά παιδιά ή και αυτά ακόμα τα νήπια. Τούτο θα εσήμαινεν αποκλεισμόν των απο την σωτηρίαν. (Ιων.3,5). Ο ίδιος ο Χρισός εκάλεσε τα μικρά παιδιά, έβαλε τα χέρια Του επάνω των, τα ευλόγησε, τους μετέδωσε την χάριν του Αγίου Πνεύματος και διεκήρυξε ότι εις αυτά ανήκει η Βασιλεία των ουρανών (Ματθ. 19,14. Μαρκ.10,13-16. Λουκ. 18,15-17). Όταν προσήρχοντο εις την πίστιν ολόκληροι οικογένειαι, οι Απόστολοι εβάπτιζον όλα τα μέλη των, χωρίς διάκρισιν (Πραξ. 16,15. 33. Α΄Κορ. 1,15). Είναι επίσης χαρακτηριστικόν να αναφέρωμεν, ότι εις την Αγίαν Γραφήν παρουσιάζεται η περιτομή ως τύπος του βαπτίσματος (Κολ.2,11-12). Είναι δε γνωστόν, ότι η περιτομή εγένετο την ογδόην ημέραν μετά την γέννησιν του παιδιού.(Γεν. 17,12. Λευ. 12,3). Δι΄αυτόν τον λόγον φαίνεται ότι εις την αρχαίαν Εκκλησίαν η συνηθισμένη πράξις ήτο ο νηπιοβαπτισμός, ενώ η αναβολή του βαπτίσματος είναι μεταγενεστέρα.

  Ο  Ειρηναίος (150 μ.Χ.) μαρτυρεί την  πράξιν αυτήν της Εκκλησίας, ενώ ο Άγιος Κυπριανός (250 μ.Χ.) παρατηρεί: “Αν ηλικιωμένοι άνθρωποι αξιούνται της χάριτος του βαπτίσματο, οι οποίοι προ του βαπτίσματος είχον περιπέσει εις μεγάλα εγκλήματα, πόσο μάλλον πρέπει να αξιώνται της χάριτος του βαπτίσματος τα παιδιά, τα οποία οικειοθελώς δεν ημάρτησαν, είναι δε μόνον μέτοχα του προπατορικού αμαρτήματος, ξένου προς την θέλησίν των”. Και ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος προσθέτει ότι πρέπει να βαπτίζωνται τα παιδιά εις νηπιακήν ηλικίαν, ώστε να αγιάζωνται και να καθιερώνονται από την βρεφικήν ηλικίαν.

   Αλλά θα ερωτήσει κανείς: ημπορεί το παιδί να κατανοήση το ιερόν μυστήριον; Εις το ερώτημα αυτό πρέπει να παρατηρήσωμεν, ότι η γνώσις του μυστηρίου δεν εξαρτάται από την διανοητικήν ικανότητα του ανθρώπου, αλλά από την αγάπην του Θεού. “Δεν τον εζητήσαμεν, αλλά μας εζήτησε”, λέγει ο Νικόλαος Καβάσιλας και προσθέτει,  ότι το πρόβατον δεν εζήτησε τον ποιμένα, αλλά ο ποιμήν το πρόβατον. Ούτε η δραχμή τον οικοδεσπότην, αλλά ο οικοδεσπότης την δραχμήν. Το πάν προέρχεται απο τον Θεόν. Ο άνθρωπος δέχεται τας ενεργείας της χάριτος του Θεού, χωρίς να προβάλη συνειδητήν αντίδρασιν. Τούτο όμως γίνεται, και με το μικρόν παιδί και μάλιστα, κατά τρόπον καλύτερον, διότι το παιδί δεν είναι εις θέσιν να προβάλη  συνειδητήν αντίδρασιν εις τη χάριν του Θεού. Βεβαίως η συνειδητή συμμετοχή του μικρού παιδιού και η αντιληπτική του ικανότης είναι μικροτέρα, αλλά τούτο δεν έχει σημασία όσον αφορά το αποτέλεσμα, διότι και εις τον μεγάλον η αντιληπτική ικανότης ευρίσκεται εις πλήρη δυσαναλογίαν σχετικώς με το ακατανόητον και άρρητον αποτέλεσμα του ιερού μυστηρίου. Αυτοί είναι οι λόγοι δια του οποίους η ορθόδοξος Εκκλησία βαπτίζει τα νήπια και πιστεύει ότι αυτή είναι η ορθή πράξις και αυτό είναι το θέλημα του Χριστού (Ματθ. 19,14-15). Είναι φανερόν ότι εις την περίπτωσιν του νηπιοβαπτισμού, την ευθύνην δια την κατήχησιν και τη αύξησιν εις την πίστιν του νέου μέλους της Εκκλησίας την φέρουν οι χριστιανοί γονείς και ο ανάδοχος…

ΑΡΧΑΙΟΙ ΠΑΤΕΡΕΣ ΟΜΙΛΟΥΝ ΓΙΑ ΤΟΝ ΝΗΠΙΟΒΑΠΤΙΣΜΟ

    Ο Άγιος Ειρηναίος(†202), αναφέρει πώς ο Χριστός «ήλθε να σώσει δια του εαυτού τού όλους λέγω, όσοι δι’ αυτού αναγεννώνται εις Θεόν, βρέφη και παιδιά και νέους και γέρους. Γι’ αυτό ήλθε χάριν όλων των ηλικιών και έγινε βρέφος για τα βρέφη, αγιάζων τα βρέφη νήπιος μεταξύ των νηπίων, αγιάζων τους έχοντας την ηλικίαν αυτήν…» (Ειρ.,MPL 7,784).

   Ο Ωριγένης μας πληρoφoρεί για την πράξη της Εκκλησίας της εποχής του: «Τα παιδιά βαπτίζονται εις άφεσιν αμαρτημάτων… μήποτε επεί ουδείς καθαρός από ρύπου, τον ρύπον δε αποτίθεταί τις δια του μυστηρίου του βαπτίσματος, δια τούτο και τα παιδιά βαπτίζονται» (Ύπόμν. εις Ρωμ. ε’ 9, βλ. Π. Τρεμπέλα, Δογματική, τόμος 3, σ. 114).

   Ο Άγιος Κυπριανός († 258), μας πληροφορεί ότι «δεν επιτρέπεται να αρνηθούμε σε κανένα άνθρωπο, πού γεννήθηκε, το έλεος και τη χάρη του Θεού. Διότι, αφού ο Κύριος λέγει στο ευαγγέλιό του πώς ο Υιός του ανθρώπου δεν ήλθε να καταστρέψει τις ψυχές των ανθρώπων, αλλά να τις σώσει (Λουκ. θ’ 56), δεν επιτρέπεται, καθόσον εξαρτάται από μας, να απολεσθεί καμία ψυχή. Διότι τι λείπει ακόμη σε αυτόν πού σχηματίσθηκε στην κοιλία της μητέρας του με το χέρι του Θεού;…Εάν κάτι θα μπορούσε να εμποδίσει τούς ανθρώπους να λάβουν τη χάρη, τότε θα ήταν πιο πολύ για τούς ενήλικες και ηλικιωμένους και γέρoντες εμπόδιο οι βαρύτερες αμαρτίες. Εάν όμως παρέχεται άφεση αμαρτιών ακόμη και σε πιο βαριά αμαρτωλούς και σε εκείνους πού προηγουμένως πολλαπλά αμάρτησαν εναντίον του Θεού και δεν αποκλείεται κανείς από το βάπτισμα και τη χάρη, εάν αργότερα επιστρέψει, πόσο λιγότερο επιτρέπεται το να εμποδίζει κανείς ένα παιδί, πού είναι νεογέννητο και δεν διέπραξε καμία αμαρτία, αλλά έχει υποστεί μόνο με την πρώτη γέννηση τη δραστικότητα του παλαιού θανάτου, επειδή κι αυτό, όπως και ο Αδάμ εγεννήθη κατά σάρκα! Έτσι μπορεί να φθάσει στην άφεση αμαρτιών γι’ αυτό το λόγο πιο εύκολα, επειδή δεν υπάρχουν για συγχώρηση προσωπικές αμαρτίες, αλλά μόνο ξένες αμαρτίες»(Κυπρ., Επιστ. πρός Φίντους (BKV 2,273. 275).

   Ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, για να κατοχυρώσει τον νηπιοβαπτισμό αναφέρει την περιτομή, που γινόταν την όγδοη ημέρα από τη γέννηση του παιδιού (Γεν. ιζ’ 12) και την επάλειψη των θυρών με αίμα του αμνού (Έξοδ. ιβ’ 7) και υπογραμμίζει: «Έχομεν αιτιολογίαν, την οκταήμερον περιτομήν, που ήτο μιά τυπική σφραγίς και εδίδετο εις αυτούς, στους οποίους δεν είχεν αναπτυχθεί ακόμη το λογικόν. Ομοίως και η επάλειψις των φλοιών των θυρών, η οποία εφύλαττε με τα αναίσθητα, τα πρωτότοκα» (Γρηγ. Θεολογ., Λόγος μ’ 28, ΕΠΕ 4,339)… Έχεις νήπιον; μη δίδεις καιρόν εις την κακίαν, βάπτισέ το από την βρεφικήν ηλικίαν, αφιέρωσέ το εις το Πνεύμα από την ήλικίαν των μαλακών ονύχων» (Γρηγ. Θεολ. Λόγος , 17, ΕΠΕ 4,311).

ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΕΙΣ

 Όσοι καταδικάζουν τον νηπιοβαπτισμό, εμποδίζουν τα παιδιά από τον Χριστό και την βασιλεία του Θεού. Σύμφωνα με το πνεύμα της αντιρρήσεως περί νηπιοβαπτισμού, και προεκτείνοντας την λογική της συνέπεια στα άκρα, δεν θα έπρεπε κανείς να φέρνει στον κόσμο παιδιά, αφού δεν έχει εξασφαλίσει προηγουμένως την συγκατάθεσή τους. Η αντίρρησις μπορεί να προβληθή και για μια σειρά πράξεων των γονέων προς το παιδί από την απλή διατροφή, και το είδος της, την μέριμνα για την υγεία και τα εμβόλια, την αγωγή, την εκπαίδευση μέχρι τον οικονομικοκοινωνικό προσαναταλισμό, τον αριθμό των αδελφών του και τέλος, γιατί όχι, την κληρονομικότητά του.

Κάτω από το πνεύμα του “καλώς εννοουμένου συμφέροντος” τελείται και το βάπτισμα. Βαπτίζουμε το παιδί όχι από έλλειψη σεβασμού της ελευθερίας του, αλλά με σκοπό την διασφάλιση της ελευθερίας του και της σωτηρίας του. Τα λόγια του Χριστού είναι ξεκάθαρα, όποιος δεν βαπτίσθηκε, δεν θα σωθεί. Οι ανάδοχοι αναπληρώνουν την πίστη και τη συνείδηση των παιδιών, γιατί πρέπει να σηκώνουμε ο ένας τα βάρη του άλλου. “Αλλήλων τα βάρη βαστάζετε, και ούτως αναπληρώσατε τον νόμον του Χριστού” (Γαλ.ΣΤ΄2). Είμαστε συνδεδεμένοι μεταξύ μας και ο ένας αναπληρώνει τον άλλον.

Και έπειτα, ας υποθέσουμε ότι μερικά παιδιά δεν ζουν αρκετά ώστε να μεγαλώσουν. Τι θα συμβεί τότε, αφού δεν υπάρχει σωτηρία χωρίς βάπτισμα; Πρέπει τα παιδιά να βαπτίζονται όσο το δυνατόν γρηγορότερα, ώστε η χάρη του βαπτίσματος να ενεργεί σωστικά επάνω τους σε όλη τη διάρκεια της ζωής τους. Αργότερα, όταν μεγαλώσουν, θα παρουσιαστούν η πίστη και η συνείδηση.

Και αν κανείς ιςχυριςθεί ότι παιδιά που βαπτίσθηκαν μικρά μπορεί αργότερα να διαφθαρούν – πράγμα που συμβαίνει – σημειώνομε ότι και όσοι βαπτίσθηκαν μεγάλοι μπορούν επίσης να διαφθαρούν.

Και αν επίσης ίσως ιςχυριστεί κανείς ότι δεν αναφέρεται ρητά στο Ευαγγέλιο ότι πρέπει τα παιδιά να βαπτίζονται μικρά, λέγομε: Η Αγία Γραφή δεν λέει καθαρά ότι πρέπει να βαπτίζουμε τα παιδιά μικρά, πολύ περισσότερο δεν λέει ότι δεν πρέπει. Η Εκκλησιαστική παράδοση μας κηρύσσει ότι το βάπτισμα είναι υποχρεωτικό για όλους. Όποιος αντιτίθεται στο βάπτισμα των μικρών παιδιών έχει μεγάλη ευθύνη γιατί πρέπει πάντα να θυμόμαστε τα λόγια του Χριστού “άφετε τα παιδία και μη κωλύετε αυτά ελθείν προς με” (Ματθ.ΙΘ΄14). “Πορευθέντες ΜΑΘΗΤΕΥΣΑΤΕ πάντα τα έθνη, ΒΑΠΤΙΖΟΝΤΕΣ αυτούς εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, ΔΙΔΑΣΚΟΝΤΕΣ αυτούς τηρείν πάντα όσα ενετειλάμην υμίν” (Ματθ.ΚΗ΄19-20).

Στο εδάφιο αυτό υπάρχει αντίθεσις μεταξύ του αορίστου χρόνου “μαθητεύσατε” και του ενεστώτος χρόνου “διδάσκοντες”. Η αντίθεσις αυτή δεικνύει, ότι εδώ το “μαθητεύω” δεν έχει την αυτήν σημασίαν με το “διδάσκω”. Άξιον παρατηρήσεως επίσης είναι, ότι προηγείται το “βαπτίζοντες” και έπετε το “διδάσκοντες”.
Και τούτο, όχι μόνον διότι χριστιανός γίνεται κάποιος δια του μυστηρίου του βαπτίσματος, αλλά και διότι ο Κύριος αποβλέπει εις τα νήπια, τα οποία πρώτον βαπτίζονται και ύστερον διδάσκονται. Άξιον παρατηρήσεως και ότι αι μετοχαί του χωρίου τίθενται παραλλήλως και ασυνδέτως. Δεν λέγει δηλαδή “βαπτίζοντες και διδάσκοντες”, αλλά “βαπτίζοντες, διδάσκοντες”. Τούτο σημαίνει, ότι είτε το βάπτισμα ή η διδαχή πρέπει να εφαρμόζωνται αναλόγως της περιπτώσεως. Το βάπτισμα εις τα νήπια, η διδαχή εις τους μεγάλους (ακολουθουμένης βεβαίως υπό του βαπτίσματος).

Το “μαθητεύσατε” δεν έχει την έννοιαν της διδαχής, αλλά της ΕΚΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΕΩΣ. Αυτό αποδεικνύεται από τα κάτωθι χωρία. Εκ του χωρίου Πράξ.ΙΔ΄21 “ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΑΜΕΝΟΙ τε την πόλιν εκείνην και ΜΑΘΗΤΕΥΣΑΝΤΕΣ ικανούς, υπέστρεψαν εις Λύστραν”. Δηλαδή “και αφού εκήρυξαν το ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ εις την πόλιν εκείνην και ΕΚΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΑΝ αρκετούς, επέστρεψαν εις την Λύστραν”. Ότι το “μαθητεύσατε” σημαίνει “εκχριστιανίσατε” φαίνεται και εκ του ότι εις τας Πράξεις των Αποστόλων το “μαθητής” σημαίνει “πιστός”, “οπαδός του Χριστού”, “μέλος της Εκκλησίας”, “χριστιανός”. Ούτω εν Πραξ.Θ΄26 γράφεται: “Παραγενόμενος δε ο Σαύλος εις Ιερουσαλήμ επειράτο κολλάσθαι ΤΟΙΣ ΜΑΘΗΤΑΙΣ, και πάντες εφοβούντο αυτόν, μη πιστεύοντες ότι έστι ΜΑΘΗΤΗΣ”.

Πηγές: 1. nikodhmos2001/2008 

               2. Αλεβιζόπουλου: Η Ορθοδοξία μας

               3. Δικές μας παρεμβάσεις ( παράγραφοι ).