Ο Άγιος Γρηγόριος ο Νύσσης

agios grigorios nisisΑγαπητοί, πόσο ωραίοι είναι οι Πατέρες της Εκκλησίας μας! Πόσο όμορφες ήταν οι ζωές τους! Πόσο καλό το παράδειγμά τους! Πόσο αξιέπαινες και αμιγώς χριστιανικές οι διδασκαλίες τους!

Πόσο πιστοί ήταν στην αλήθεια του Κυρίου μας! Άνδρες ιεροί, από Ανατολή και Δύση που «ντύθηκαν» το Χριστό και Εκείνος τους ανέδειξε σε αστείρευτες πηγές ορθών δογμάτων και θείων αληθειών!

Κάθε τους λόγος κι ένα χάδι για τους αδελφούς τους (χριστιανούς) και ταυτόχρονα ένα χαστούκι στους αιρετικούς που συνειδητά ή ασυνείδητα προσπαθούσαν να διαστρεβλώσουν τη διδασκαλία της Εκκλησίας και να διασπάσουν την ενότητα του ευλογημένου Λαού του Θεού! Ένας τέτοιος Πατέρας ήταν και ο άγιος Γρηγόριος, επίσκοπος Νύσσης.

Ο άγιος Γρηγόριος γεννήθηκε στη Νεοκαισάρεια του Πόντου το 335 μ. Χ. και προερχόταν από αγία και πολυμελή οικογένεια. Οι γονείς του ονομάζονταν Βασίλειος και Εμμέλεια. Ο Βασίλειος ασκούσε το επάγγελμα του ρήτορα και η Εμμέλεια ήταν απόγονος ρωμαίων αξιωματούχων. Ο Βασίλειος και η Εμμέλεια ήταν πλούσιοι και ευσεβείς χριστιανοί. Είχαν 8 ή 9 παιδιά εκτός του Γρηγορίου. Μερικά από αυτά, ήταν ο Μέγας Βασίλειος, ο Πέτρος Σεβαστείας, ο Ναυκράτιος και η Μακρίνα.

Φιλικές σχέσεις διατηρούσε ο Γρηγόριος με το Γρηγόριο το Θεολόγο, στενό φίλο του Μ. Βασιλείου. Δάσκαλος του μικρού Γρηγορίου ήταν ο αδελφός του, Βασίλειος.

Ο Γρηγόριος είχε μεγάλη έφεση και αγάπη για τα γράμματα. Οι σπουδές του υπήρξαν λαμπρές. Ήταν πολύ καλός γνώστης της Αγίας Γραφής αλλά και της ελληνικής φιλοσοφίας. Διάβαζε τον Αριστοτέλη αλλά περισσότερο τον Πλάτωνα. Δάσκαλός του, εκτός από τον αδελφό του, υπήρξε και ο διάσημος ρήτορας Λιβάνιος. Αφού ασχολήθηκε και με τη ρητορική, ακολούθησε το επάγγελμα του ρήτορα, όπως και ο πατέρας του.

Νυμφεύθηκε την ευσεβή χριστιανή Θεοσέβεια, μια πολύ πιστή και ενάρετη γυναίκα, η οποία πέθανε το 386 μ. Χ. Ύστερα από προτροπές οικείων και φιλικών προσώπων, ο Γρηγόριος αφιερώθηκε ολοκληρωτικά στο Θεό, μπαίνοντας στις τάξεις του ιερού κλήρου. Ο Μέγας Βασίλειος, τον χειροτόνησε επίσκοπο Νύσσης το 371 μ. Χ. Η Νύσσα ήταν μια μικρή πόλη ανάμεσα στην Καισάρεια και την Άγκυρα.

Το παράδοξο με το Γρηγόριο σχετικά με το έργο του είναι ότι αποτύγχανε σε όλες του σχεδόν τις προσπάθειες να επιλύσει τα διάφορα ζητήματα της επισκοπής του. Ήταν ένας άνθρωπος που δεν τα κατάφερνε με τα διοικητικά θέματα. Ήταν περισσότερο στοχαστής και φιλόσοφος παρά ποιμενάρχης. Γι’ αυτό και ο Μ. Βασίλειος τον παρουσίαζε να βρίσκεται στα ύψη και έτσι να μην μπορεί να αντιληφθεί τα επίγεια.

Νυμφεύθηκε, όπως προαναφέρθηκε, αλλά αγαπούσε πολύ την παρθενία. Γι’ αυτό και έγραψε το έργο «Περί Παρθενίας». Ένα έργο στο οποίο προβάλλει ως πρότυπα το Χριστό και την Παναγία.

Ο φιλοαρειανός Έπαρχος του Πόντου, Δημοσθένης, συνέλαβε το Γρηγόριο το 375 μ. Χ. γιατί θεώρησε ότι (τάχα) είχε εκλεγεί επίσκοπος αντικανονικά. Ο Γρηγόριος δραπέτευσε και ένα χρόνο αργότερα καταδικάστηκε από Σύνοδο αρειανών επισκόπων με αφορμή την παραπάνω αλλά και άλλες κατηγορίες. Για τα επόμενα 2 χρόνια έμεινε εξόριστος και κρυμμένος σε ένα χωριό, μέχρι το θάνατο του αυτοκράτορα Ουάλη. Ύστερα επέστρεψε στη Νύσσα. Λίγο αργότερα πέθανε ο αδελφός του, Μέγας Βασίλειος και ύστερα από μερικούς μήνες και η αδελφή του, Μακρίνα.

Ένα έργο του αφιερωμένο στη μνήμη της αδελφής του είναι το «Περί ψυχής και Αναστάσεως» ή αλλιώς «Τα Μακρίνεια». Στο έργο αυτό περιλαμβάνεται ο διάλογος μεταξύ Γρηγορίου και Μακρίνας, λίγο πριν από το θάνατό της. Από εκείνη την περίοδο και ύστερα η δράση του στα εκκλησιαστικά πράγματα έγινε αποτελεσματικότερη.

Οι ιεράρχες της Συνόδου της Αντιόχειας, η οποία έγινε κατά του Απολιναρίου το 379 μ. Χ., φαίνεται ότι είχαν εκπλαγεί με την αλλαγή του και έτσι τον έστειλαν σε δύσκολες αποστολές στην Αραβία και τον Πόντο. Μεταφέρθηκε για ένα διάστημα στην επισκοπή της Σεβαστείας αλλά επέστρεψε και πάλι στη Νύσσα. Αργότερα, επίσκοπος Σεβαστείας έγινε ο αδελφός του, Πέτρος. Σημαντικό είναι το γεγονός ότι έλαβε μέρος στη Β’ Οικουμενική Σύνοδο στην Κωνσταντινούπολη το 381 μ. Χ.

Σε αυτόν ανέθεσε η Σύνοδος την ανάγνωση της εισηγητικής ομιλίας της Συνόδου αλλά και την ανάγνωση του επικήδειου λόγου προς τον αποθανόντα πρώτο πρόεδρό της, Μελέτιο Αντιοχείας. Επίσης, ο αυτοκράτορας Θεοδόσιος Α’ τον όρισε μαζί με άλλους 2 επισκόπους ως ορθόδοξα πρότυπα στην περιοχή του Πόντου.

Ο άγιος Γρηγόριος επίσκοπος Νύσσης που αγωνίστηκε με όλες του τις δυνάμεις για την Εκκλησία, παρέδωσε την ψυχή του στον Κύριο το έτος 395 μ. Χ. Η Γ’ Οικουμενική Σύνοδος, αναγνωρίζοντας την αξία της προσωπικότητος, του βίου και της θεολογίας του, τον ονόμασε «άνδρα μετά τον αδελφόν δεύτερον έν τε λόγοις και εν τρόποις». Είπε, δηλαδή, ότι ήταν δεύτερος μετά τον αδελφό του, το Μέγα Βασίλειο. Αλλά και η Ζ’ Οικουμενική Σύνοδος, τετρακόσια χρόνια μετά την κοίμησή του, τον ονόμασε «πατέρα πατέρων».

Ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης, θεωρείται περισσότερο φιλόσοφος παρά θεολόγος καθώς κατάφερε να επεξηγήσει και φιλοσοφικά πολλές θεολογικές έννοιες. Θεωρείται μεγάλος στοχαστής και Πατέρας της Εκκλησίας μολονότι βρίσκεται, τρόπον τινά, στη σκιά των υπολοίπων Καππαδοκών Πατέρων αλλά και του Μ. Αθανασίου και του Ιωάννου του Χρυσοστόμου. Παρόλα αυτά, έμεινε στην ιστορία της Εκκλησίας ως ο πιο βαθυστόχαστος Πατέρας της.

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.

Θεῖαν γρήγορσιν, ἐνδεδειγμένος, στόμα σύντονον, τῆς εὐσέβειας, ἀνεδείχθης Ἱεράρχα Γρηγόριε τὴ γὰρ σοφία τῶν θείων δογμάτων σου, τῆς Ἐκκλησίας εὐφραίνεις τὸ πλήρωμα. Πάτερ ὅσιε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἠμὶν τὸ μέγα ἔλεος.

(Άρθρο του Ταξιάρχη Πολίμου, από “Ρομφέα”).