ΣΥΝΑΞΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ, ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ ΚΑΙ ΟΜΟΛΟΓΙΑ

Πρός τό χριστεπώνυμο πλήρωμα της Εκκλησίας μας
 Ἡ σύγχρονη πραγματικότητα μᾶς φέρνει ἀντιμέτωπους μέ τήν καθολική ἀπαξίωση τῆς ὀρθοδόξου πίστεως καί τῆς παραδόσεώς μας καί τῆς κατευθυνόμενης προσπάθειας μέ σκοπό τήν ἀποορθοδοξοποίηση καί τόν ἀφελληνισμό τοῦ λαοῦ μας.
Σέ κοινωνικό καί πολιτικό ἐπίπεδο, τό σύν­δρο­μο τοῦ δῆ­θεν ἐκ­συγ­χρο­νι­σμοῦ καί ἀθεϊστικοῦ προοδευτισμοῦ, δρᾶ πλέον σαρωτικά ἰσοπεδώνοντας κάθε ἔννοια ἠθικῆς, κάθε ἰδανικό καί ἀνθρώπινη ἀξία. Ἡ ἀνηθικότητα καί ἡ διαστροφή ἐπαινοῦνται καί τελικά θεσμοθετοῦνται. Ἡ ἱστορική μας μνήμη ἀπαξιώνεται, παραποιεῖται καί ἀλλοιώνεται. Ἡ ἐθνική καί θρησκευτική μας αὐτοσυνειδησία διαβάλλεται καί ἐνοχοποιεῖται.
Στόχος ἡ ὑ­πο­δού­λω­ση τοῦ λα­οῦ μας στήν κυριαρχία τῆς παγ­κο­σμι­ο­ποιήσεως, τῆς Πανθρησκείας, τῆς «Νέ­ας Τά­ξεως Πραγ­μά­των» καί τῆς «Νέ­ας πο­χς»· ἡ δέ­σμευ­σή μας στήν γι­γαν­τια­ία αὐ­τή πο­λι­τι­στι­κή, θρη­σκευ­τι­κή, ἐ­θνι­κή καί οἰκο­νο­μι­κή χο­ά­νη, πού ὁ­μο­γε­νο­ποι­εῖ καί ἀ­πο­συν­θέ­τει θε­σμούς, πι­στεύ­μα­τα, παραδό­σεις, πο­λι­τι­σμούς, ἤ­θη, ἀρ­χές, ἀ­ξί­ες, ἐ­θνό­τη­τες, λα­ούς καί πα­τρί­δες.
Σέ ἐκκλησιαστικό ἐπίπεδο ἡ μάστιγα τοῦ οἰκουμενισμοῦ καί τοῦ διαθρησκειακοῦ συγκρητισμοῦ συνεχίζει νά καταρρακώνει τήν ἀλήθεια τῆς ὀρθοδόξου πίστεώς μας. Τά σύγχρονα οἰκουμενιστικά ἀνοίγματα ἔχουν πλέον ξεπεράσει καί καταπατήσει τίς «κόκκινες γραμμές» τῆς ὀρθοδόξου ἐκκλησιολογίας καί παραβιάζουν κατάφωρα τήν ὀρθόδοξη δογματική συνείδηση τῶν πιστῶν.
Ἡ οἰκουμενική Κίνηση, ἄλλωστε, ἀπό τίς ἀρχές τοῦ 20ο αἰώνα με τίς γνωστές Πατριαρχικές γκυκλίους του 1902, 1904 καί 1920, ἔχει ἀνοίξει δι­ά­πλα­τα τόν δρό­μο πρός τόν οἰ­κου­με­νι­στι­κό συγ­κρη­τι­σμό καί τήν σχε­τι­κο­ποί­ση τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου Πί­στε­ως, ἐγκλωβίζοντας τήν Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α στήν οἰκουμε­νι­στι­κή πα­γί­δα.
Τό Παγκόσμιο Συμβούλιο κκλησιν (ΠΣΕ), ἡ πανσπερμία αὐτή τῶν αἱρέσεων, ἡ κοιτίδα ὅλων τῶν καινοφανῶν θεολογικῶν ἀπόψεων, εναι τό φυτώριο τν συγχρόνων θεολογικν παρεκτροπν, πηγή τς ξιακς παρακμς, τς θικς παρεκτροπς καί τν ποικίλων λισθημάτων, πού ἔχουν ἀπαξιώσει κυριολεκτικά τόν προτεσταντικό χριστιανισμό. Ἀναφέρουμε ἐνδεικτικά τήν χειροτονία γυναικῶν, τήν ἱερολογία γάμων των ομοφυλοφίλων  κ.λπ. Οἱ τελευταῖες, ἄλλωστε, ἀποφάσεις τῶν Γενικῶν Συνελεύσεων τοῦ ΠΣΕ, ὅπως αὐτή τοῦ Porto Alegre καί του Μπουσάν, ἔχουν καταλύσει κάθε ἔννοια ὀρθοδόξου ἐκκλησιολογίας.
Ἡ συμμετοχή τῶν ὀρθοδόξων, ἐπί μισό καί πλέον αἰώνα στό Π.Σ.Ε., ὄχι μόνο δέν κατάφερε νά ἐπαναφέρει ἀπό τήν πλάνη τούς ὑπολοίπους συμμετέχοντες, ἀλλά ἐπεσώρευσε καί στόν χῶρο τῆς ὀρθοδοξίας μία σειρά κακοδοξιῶν καί πλανεμένων θεωριῶν, ὅπως τήν θεωρία τν κλάδων, τήν θεωρία τς διηρημένης κκλησίας, τήν μεταπατερική θεολογία, τήν συναφειακή θεολογία κ.α.
Ὁ διάλογος τῆς Ὀρθοδοξίας μέ τούς αἱρετικούς θά ἔπρεπε νά ἔχει σάν στόχο τήν πάνοδο τν αρετικν στήν κοινωνία τς κκλησίας, ὑπό τήν προϋπόθεση τῆς εἰλικρινοῦς διαθέσεως ἐπιστροφῆς τοῦ αἱρετικοῦ «χριστιανικοῦ» κόσμου στήν κοινή παράδοση τῆς προσχισματικῆς περιόδου. Ὅμως στό ἐπίπεδο τῶν διμερῶν θεολογικῶν διαλόγων μέ τούς ἑτεροδόξους συναντᾶ κανείς ἀνάλογες συμπεριφορές καί θεολογικές παραμορφώσεις μέ αὐτές τοῦ Π.Σ.Ε.
Πιό συγκεκριμένα, ὁ ἐπίσημος θεολογικός διάλογος ὀρθοδόξων-ρωμαιοκαθολικῶν, πού διεξάγεται τά τελευταῖα τριανταοκτώ χρόνια, δέν παύει νά ἐπαναλαμβάνει καί νά ἀνακυκλώνει ἀπόψεις καί πορίσματα πού δέν δήγησαν σέ καμμία οσιαστική πρόοδο, ἀφοῦ δέν συνέβαλαν στήν ποβολή καμμίας  πό τίς πλάνες κ μέρους τν παπικν.
Παρά τήν ἀποτυχία τοῦ ἐπίσημου θεολογικοῦ διαλόγου ὁ Πατριάρχης Ἀθηναγόρας καθιέρωσε τόν λεγόμενο διάλογο τῆς ἀγάπης, ὁ ὁποῖος στηρίζεται σέ καθαρά νεοεποχήτικες μεθόδους καί πρακτικές. Χρησιμοποιεῖ γεγονότα καί καταστάσεις πού τά παρουσιάζει μέ ἰδιαίτερο τρόπο, στε νά προβάλλεται πρός τά ξω πλαστή εκόνα μίας τεχνητς συμφωνίας καί μίας ψευδοενότητας μεταξύ ρθοδόξων καί Παπικν. Ἔχουμε, ἔτσι, τις ἀνταλλαγές ἀντιπροσώπων στίς θρονικές ἑορτές (Φανάρι-Βατικανό), συμμετοχή τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχη στίς «λειτουργίες» τῶν παπικῶν καί τοῦ Πάπα σέ ὀρθόδοξες λειτουργίες στό Φανάρι, κοινές λατρευτικές ἐκδηλώσεις, συμπροσευχές, διαθρησκειακές συναντήσεις κ.ἄ.
Ὅλα αὐτά λειτουργοῦν καί πιβάλλονται ς τετελεσμένα, καθιερώνοντας μία ονιτίζουσα μορφή τοῦ σύγχρονου οἰκουμενισμοῦ, πού στηρίζεται στήν κυρίαρχη ἰδεολογία τῆς Νέας Ἐποχῆς ὅτι μποροῦμε νά «εμαστε λοι τό διο» καί ὅτι «μπορομε νά εμαστε νωμένοι διατηρώντας καθένας τίς διαιτερότητές μας». Ἔχουμε μέ τόν τρόπο αὐτό τήν πιβολή τς ονίας εἰς βάρος τῶν ὀρθοδόξων, ὡς «πρότυπο νώσεως», ἔτσι ὅπως πάγια προβάλλεται ἀπό τούς παπικούς καί πού ἔγινε ἀποδεκτή ἀπό τούς Ὀρθοδόξους οἰκουμενιστές στό Ballamand.
Πρόκειται οὐσιαστικά γιά τήν ἐφαρμογή τῶν ἀποφάσεων τῆς Β΄ Βατικανῆς Συνόδου καί τοῦ «Διατάγματος περί Οκουμενισμο» πού ἐξέδωσε (1965). Στά πρότυπα, ἄλλωστε, τῆς Β΄ Βατικανῆς Συνόδου πραγματοποιήθηκε καί ἡ πρόσφατη (Ἰ­ού­νιος 2016) «Σύνοδος» τς Κρήτης, ἡ ὁ­ποί­α, ὅ­πως ἀ­πε­δεί­χθη, οὔ­τε Με­γά­λη, οὔ­τε Πα­νορ­θό­δο­ξος εἶ­ναι, ἀλλά «Σύνοδος τν Προκαθημένων καί χι γία καί Μεγάλη Σύνοδος τν ρθοδόξων κκλησιν»[1].
Ἡ «Σύ­νο­δος» τῆς Κρή­της θεσμοθέτησε οσιαστικά τόν οκουμενισμό καί κατέληξε σέ ἀντορθόδοξες ἀποφάσεις, προσδίδοντας κκλησιαστικότητα στίς αρέσεις καί κλονίζοντας τήν πίστη στήν Μία, Ἁγία Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία, ὡς τήν μόνη ἀληθινή καί σώζουσα. Οἱ ἀποφάσεις αὐτές βρῆκαν ἰσχυρότατες ἀντιδράσεις καί δέχτηκαν ὀξύτατη κριτική ἀπό Ἐπισκόπους, κληρικούς, μοναχούς καί θεολόγους ἀπό ὅλες τίς Τοπικές Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες καί δέν ἔχουν γίνει ἀποδεκτές ἀπό τό πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας, τό ὁποῖο «­χει τ δι­καί­ω­μα (…) κα ­χι μό­νο τό δι­καί­ω­μα, λ­λ και τ κα­θ­κον τς “­πι­βε­βαι­ώ­σε­ως”»[2]­ τῶν ἀποφάσεων τῶν Συνόδων, κατά τήν μνημειώδη ἀπόφαση τῶν Πατριαρχῶν τῆς Ἀνατολῆς τό 1848.
Ἐνώπιον ὅλων αὐτῶν τῶν τραγικῶν καταστάσεων, τῶν ἀπειλῶν καί τῶν κινδύνων, διαφορία και φησυχασμός δέν χουν θέση. Γιά τόν λόγο αὐτόν, μέ τή χάρη τοῦ Παναγίου Τριαδικοῦ Θεοῦ μας και ἔχοντας ὑπόψη τόν λόγο τοῦ Κυρίου καί Θεοῦ μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, «ο γάρ εσί δύο τρες συνηγμένοι ες τόμόν νομα, κε εμί ν μέσω ατν» (Ματθ.18,20), συγκροτήσαμε τήν «ΣΥΝΑΞΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ», ὡς ἄτυπο σῶμα, γιά τήν ὁμολογία και ὑπεράσπιση τῆς ὀρθοδόξου Πίστεώς μας.
Δέν ἐμφανιζόμαστε ὅμως γιά πρώτη φορά. Ὅλοι ἔχουμε ἀποδεχθεῖ καί συνυπογράψει τήν «ΟΜΟΛΟΓΙΑ ΠΙΣΤΕΩΣ» τό 2009, στήν ὁποία μένουμε καί σήμερα πιστοί καί ἀμετακίνητοι. Γιά τήν ἑνότητα, ὅπως καί τόν συντονισμό τῶν περαιτέρω ἐνεργειῶν μας καί ὡς συνέχεια τῆς Ὁμολογίας μας ἐκείνης, «ν νί στόματι καί μία καρδία», ὁμολογοῦμε καί διακηρύσσουμε:
α) Ἡ Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία εναι μόνον ρθόδοξη Καθολική κκλησία, ὅπως ἱδρύθηκε ἀπό τόν Κύριο Ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστό καί συνεχίζεται στήν ἱστορία ἀπό τούς Ἁγίους Ἀποστόλους καί ὅλους τούς Ἁγίους. Ἡ σωτηρία ὡς θέωση, νεργεται  ποκλειστικά μέσα σ’ Ατήν  μέ τήν «λοτελ» (Α΄Θεσ.5,23) «παράθεση» ὅλης τῆς ζωῆς μας στόν Χριστό κατά τό λειτουργικό: «αυτούς καί λλήλους καί πσαν τήν ζωήν μν Χριστ τ Θε παραθώμεθα». Οἱ ἐκτός αὐτῆς διάφορες θρησκευτικές ὁμάδες, πού αὐτοπροσδιορίζονται ὡς «ἐκκλησίες», εναι σχίσματα καί αρέσεις.
β) Αὐθεντικοί φορεῖς καί ἐκφραστές τῆς ΜΙΑΣ σώζουσας Ἀλήθειας εἶναι οἱ ἅγιοι καί θεοφόροι Πατέρες, οἱ ὁποῖοι θεολογοῦν σέ κάθε ἐποχή ἀπλανῶς ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι, μέσω τοῦ φωτισμοῦ καί τῆς θεώσεώς τους καί ἡ θεολογία τους γίνεται ὁμολογία ὄλου τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ Πληρώματος. Γι’ αὐτό, μαζί μέ τόν θειότατο Πατέρα μας γιο Γρηγόριο τόν Παλαμ, πιστεύουμε καί διακηρύσσουμε, ὅτι Ὀρθοδοξία εἶναι «τό μή πρός τούς Πατέρας μφισβητεν».
Θεωροῦμε ὅτι :
α) Παπισμός εναι μήτρα λων τν νεωτέρων αρέσεων καί πλανν, τήν ὁποία, μέσα σέ μία μακρά διαλεκτική διαδικασία, ἐγέννησε ἡ ἀλλοτριωμένη δυτική Χριστιανοσύνη, ἡ δέ συνέχειά του, πολυώνυμος Προτεσταντισμός, προσέθεσε τίς δικές του πλάνες καί αρέσεις.
β) παναίρεση το Οκουμενισμο εναι μεγαλύτερος κίνδυνος γιά τήν κκλησία, διότι ἀλλοτριώνει σταδιακά καί ἀθόρυβα τό ὀρθόδοξο φρόνημα τῶν πιστῶν καί σχετικοποιεῖ τήν ὀρθόδοξη πίστη. Γιά τόν λόγο αὐτόν εἴμαστε σαφῶς ἀντίθετοι πρός ὅλα τά ἀνοίγματα πρός τόν Οἰκουμενισμό καί τή συμμετοχή τῶν ὀρθοδόξων στό Παγκόσμιο Συμβούλιο κκλησιν (ΠΣΕ). Παράλληλα καταδικάζουμε καί τόν διαθρησκειακό οκουμενισμό, ὁ ὁποῖος ἀρνεῖται τήν μοναδικότητα καί ἀποκλειστικότητα τῆς Ὀρθοδοξίας τῶν Ἁγίων μας στήν ἱστορία. Ὡς ἐκ τούτου, διακηρύσσουμε καί πάλι, ὅτι ὅσοι διδάσκουν καί στηρίζουν τήν παναίρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, στήν πράξη, «θέτουν οσιαστικς αυτούς κτός κκλησίας». Δέν τούς «ξωεκκλησιάζουμε» ἐμεῖς, ἀλλ’ οἱ πράξεις καί οἱ ἐνέργειές τους, ὡς καί οἱ διακηρύξεις τους, περί «δελφν κκλησιν», «διευρυμένης κκλησίας», «διηρημένης κκλησίας», «βαπτισματικς θεολογίας», κλπ.
Ὅσον ἀφορᾶ στή «Σύνοδο» τῆς Κρήτης φρονοῦμε ὅτι εναι παραίτητη σύγκληση μίας νέας Συνόδου, μέ ὀρθόδοξα κριτήρια, πού θά ἀνασκευάσει τίς ἀντορθόδοξες ἀποφάσεις της καί θά καταδικάσει τόν οἰκουμενισμό.
Τέλος ὁ 15ος Κανόνας τς Α/Β Συνόδου (863) δέν ἔχει ὑποχρεωτικό χαρακτήρα καί ὡς ἐκ τούτου δέν «ποτειχιζόμεθα» χρι καιρο, ἀλλά συνεχίζουμε τήν διαμαρτυρία μας, κατά τήν σεβαστή παρότρυνση ἁγιασμένων Γερόντων, οἱ ὁποῖοι μᾶς ὁδηγοῦν μέ τό λόγο τους καί μᾶς ἐνισχύουν μέ τήν προσευχή τους. Ἐξ ἄλλου, σύμφωνα μέ δηλώσεις τῶν οἰκουμενιστῶν, ἡ ἀποτείχισή μας αὐτή τή στιγμή, τούς χαροποιεῖ, διότι διευκολύνει τό ἔργο τους.   
Μέ βάση αὐτές τίς ἀρχές ἐπιθυμοῦμε νά δραστηριοποιηθοῦμε στόν τομέα τῆς ἐνημέρωσης καί ἐνεργοποίησης τοῦ ὀρθοδόξου πληρώματος, στήν διατήρηση καί ἀνάδειξη θυλάκων πού θά ἀντισταθοῦν στήν παραχάραξη τῆς ὀρθοδόξου πίστεως καί παραδόσεώς μας καθώς καί στήν πραγμάτευση τρόπων ὑγιοῦς ἀντίστασης στίς μεθοδεύσεις καί τίς ἐπιβουλές τῆς Νέας Ἐποχῆς καί τῶν ἐκφραστῶν της.
Ἡ Οἰ­κου­με­νι­κή Ὀρ­θό­δο­ξη πί­στη μας καί μέ­σῳ αὐ­τῆς ὁ οἰ­κου­με­νι­κός Ἑλληνικός πο­λι­τι­σμός μας, ἡ πνευ­μα­τι­κή καί ἐ­θνι­κή ταυτότητά μας, ξε­περ­νον κά­θε παγ­κο­σμι­ο­ποί­η­ση καί νέα ποχή. ­πο­τε­λον τή Μο­να­δι­κή ­πο­χή στήν στο­ρί­α τς ν­θρω­πό­τη­τας, πού εἶ­ναι καί Πα­λαι­ά καί Νέ­α καί Μέλ­λου­σα καί Παν­το­τι­νή, για­τί ε­ναι ­πο­χή τς ­λή­θειας το Τρι­α­δι­κο Θε­ο μας.
Ἐπιδίωξή μας εἶναι, μέ τήν χά­ρη τοῦ Πα­να­γί­ου Τρι­α­δι­κοῦ Θε­οῦ μας, ἡ συνάντηση καί ἡ συνοδοιπορία καί μέ ἄλλους πατέρες καί ἀδελφούς, πού ἔχουν ἀνάλογες ἀναζητήσεις καί ἀνησυχίες.
Συνεχίζουμε τόν κατά τοῦ Οἰκουμενισμοῦ ἀγώνα, ὡς ἰσχυρή διαμαρτυρία και ὁμολογία τῆς ἀποστολικοπατερικῆς παραδόσεως, ἐνώπιον «βασιλέων καί ρχόντων» καί «ρθοδόξων» γετν, πού μέ τήν οἰκουμενιστική τους δράση προδίδουν τήν ἀποστολή τους.
«Σύναξη γιά τήν ρθοδοξία»,  μέ ἄξονα τήν ὑπεράσπιση τῆς ὀρθοδόξου πίστεως καί παραδόσεως, θά ἐπιλαμβάνεται καί ἄλλων προβλημάτων πού ταλανίζουν τήν κοινωνία μας καί τόν πιστό λαό τοῦ Θεοῦ, ἐξαιτίας ἀντιχρίστων νομοθετημάτων καί πολιτικῶν ἐπιλογῶν, ὅπως εἶναι ἡ θεσμοθέτηση «γάμων» ἤ συμβιώσεως ὁμοφυλόφιλων ζευγαριῶν, ὁ ἀποχρωματισμός τοῦ μαθήματος τῶν Θρησκευτικῶν ἀπό ὁμολογιακό μάθημα, ἡ καύση τῶν νεκρῶν, ἡ ἀλλαγή ταυτότητας φύλου, ἡ θεσμοθέτηση τῆς εὐθανασίας, ἡ καθιέρωση τῆς κάρτας τοῦ πολίτη, κ.ἄ.
Ὡς μαρτυρία καί ἔργο τῆς «Συνάξεως» νοεῖται α) σύνταξη ρθοδόξων μολογιακν κειμένων πού προκύπτουν ἀπό ποικίλες ἀφορμές, πού δίνουν θιασῶτες τῆς οἰκουμενικῆς κινήσεως μέ τά ὑπογραφόμενα κείμενά τους, β) διοργάνωση μερίδων καί συνεδρίων καί κδοση βιβλίων καί φυλλαδίων, μέ τοποθετήσεις ὀρθόδοξες στά ἀνακύπτοντα θέματα, γ) νδεχόμενες παρεμβάσεις πρός κάθε κκλησιαστική ρχή.  
Κριτήρια κάθε ἐκφράσεώς μας θά εἶναι βιβλική καί πατερική θεολογία, ο εροί Κανόνες, ο πρακτικές τν γίων, ὅπως ἐμφανίζονται στήν ἐκκλησιαστική ἱστορία καί κείμενα συγχρόνων μολογητν θεολόγων, πού βαδίζουν πάνω στήν παράδοση τῶν Ἁγίων καί εἶναι καθολικῶς ἀποδεκτά ἀπό τήν Ἐκκλησία.
Ἡ πρωτοβουλία μας αὐτή ποτελε τήν λάχιστη νταπόκρισή μας στήν παρακαταθήκη τῶν Ἁγίων μας, στό καθῆκον μας πρός τήν Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία μας. ποτελε τήν πιβαλλόμενη πακοή μας στούς Ἁγίους Πατέρες μας, πού μᾶς τονίζουν τήν ἀνάγκη στά θέματα τῆς πίστεως νά ἐκφέρουμε τόν διαχρονικό ἁγιοπνευματικό λόγο τους, τόν λόγο τῶν Ἁγίων Οἰκουμενικῶν καί Τοπικῶν Συνόδων, τόν αὐθεντικό καί ζωντανό λόγο τῶν συγχρόνων γερόντων μας καί ὅλων ὅσων παραμένουν πιστοί στήν παράδοση τῆς Ὀρθοδοξίας.
Στίς μέρες μας, περισσότερο ἀπό κάθε ἄλλη φορά, ἀπαιτεῖται ἀνδρεῖο καί ὁμολογιακό φρόνημα, ἐπαγρύπνηση καί παρεμβάσεις τέτοιες, πού θά σταθοῦν ἀνάχωμα στόν οἰκουμενιστικό ὀλετήρα. Ἀπαιτεῖται πρωτίστως ὑπαρξιακή μετάνοια καί καρδιακή προσευχή, καθώς αὐτά εἶναι κυρίως τά μέσα πού θά ἀναχαιτίσουν τίς ὀλέθριες ἐνέργειες τῶν οἰκουμενιστῶν καί τῶν ἐχθρῶν τῆς πίστώς μας. Παραμένουμε «πόμενοι τος γίοις πατράσι», σταθεροί καί ἀμετακίνητοι ἐν Χριστῷ καί ἐν τῇ Ἁγίᾳ Του Ἐκκλησίᾳ καί ἐναποθέτουμε σ’ Ἐκεῖνον τήν ἀγωνία καί τήν ἀνησυχία μας γιά τά τεκταινόμενα στήν Ἐκκλησία καί τήν πατρίδα μας, προσφέροντας, ὅμως, καί μεῖς τήν ὀφειλόμενη συνέργειά μας.
Ιανουάριος 2018
Η ΣΥΝΤΟΝΙΣΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ
Πανοσιολ. Ἀρχιμ. Ἀθανάσιος Ἀναστασίου,
Πανοσιολ.  Ἀρχιμ. Σαράντης Σαράντος,
Πανοσιολ. Ἀρχιμ. Παῦλος Δημητρακόπουλος
Πρωτοπρ. Γεώργιος Μεταλληνός
Πρωτοπρ. Ἰωάννης Φωτόπουλος,
Πρωτοπρ. Ἀντώνιος Μπουσδέκης
Πρωτοπρ. Βασίλειος Κοκολάκης
Θεολόγος Λάμπρος Σκόντζος
[1] Μητρ. Ναυπάκτου κ. Ἱεροθέου, Παρέμβαση στήν Ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας, Μάϊος 2016, Τεῦχος 238
[2] π. Γ. Φλω­ρόφ­σκυ, Θέματα ρθοδόξου Θεολογίας, ἐκδ. Ἄρτος Ζωῆς, Ἀθῆναι 1989, σελ. 207