Ιαμβικές Καταβασίες Χριστουγέννων με ερμηνεία

 

Ωδή α΄
Έσωσε λαόν, θαυματουργών Δεσπότης,
Υγρόν θαλάσσης κύμα χερσώσας πάλαι.
Εκών δέ τεχθείς εκ Κόρης, τρίβον βατήν,
Πόλου τίθησιν ημίν, όν κατ ουσίαν,
Ίσoν τε Πατρί, καί βροτοίς δοξάζομεν
Ερμηνεία

Ο Δεσπότης Χριστός έσωσε τον Ισραηλιτικό λαό με θαυματουργικό τρόπο την παλαιά εποχή, άφού μετέβαλε σε ξηρά τα κυματώδη νερά της Ερυθράς Θαλάσσης, Τώρα δε, αφού γεννήθηκε με την θέλησί Του από Κόρη Παρθένο, άνοιξε ευκολοδιάβατο τον δρόμο από την γη στον ουρανό. Τούτον, πού είναι κατά την θεία Του φύσι ομοούσιος με τον Πατέρα και κατά την ανθρώπινη φύσι Του ομοούσιος με μας τους ανθρώπους, τον δοξάζομε.

Ωδή γ’
Νεύσον πρός ύμνους οικετών Εύεργετα,
Εχθρού ταπεινών τήν επηρμένην οφρύν,
Φέρων τε Παντεπόπτα τής αμαρτίας,
Υπερθεν ακλόνητον, εστηριγμένους,
Μάκαρ, μελωδούς τή βάσει τής πίστεως.
Ερμηνεία

Ευεργέτα Χριστέ, δέξου τους ύμνους των δούλων Σου, ταπεινώνοντας το υπερυψωμένο φρύδι του εχθρού μας (δηλ. την υπερηφάνεια του Διαβόλου) και υψώνοντας, Παντεπόπτα, υπεράνω της αμαρτίας ακλόνητα στηριγμένους, Μακάριε, τους υμνωδούς στο θεμέλιο της πίστεως.

Ωδή δ’
Γένους βροτείου τήν ανάπλασιν πάλαι,
Αδων Προφήτης Αββακούμ, προμηνύει,
Ιδείν αφράστως αξιωθείς τόν τύπον.
Νέον βρέφος γάρ, εξ όρους τής Παρθένου,
Εξήλθε λαών, εις ανάπλασιν Λόγος.
Ερμηνεία

Ο προφήτης Αββακούμ ψάλλοντας την παλαιά εποχή προείπε και προφήτευσε την ανάπλασι (αναγέννηση τον γένους των θνητών ανθρώπων, επειδή αξιώθηκε να προΐδη κατά τρόπο άρρητο (ανέκφραστο) την προτύπωσι (την απεικόνισι, τον συμβολισμό) αυτής. Διότι (κατά πρόρρησι του Αββακούμ) ένα καινοφανές Βρέφος, δηλ. ο Λόγος και Υιός τον Θεού, εξήλθε από όρος (κατάσκιο και δασύ), δηλ. από την Παρθένο, για να αναπλάση (αναγέννηση) όλους τους λαούς.

Ωδή ε’
Εκ νυκτός έργων, εσκοτισμένης πλάνης
Ιλασμόν ημίν Χριστέ τοίς εγρηγόρως,
Νύν σοι τελούσιν ύμνον, ως ευεργέτη,
Έλθοις πορίζων ευχερή τε τήν τρίβον,
Καθ’ ήν ανατρέχοντες, εύροιμεν κλέος.
Ερμηνεία

Ω Χριστέ, Εσύ είθε να έλθης σε μας, οι οποίοι (τον παλαιό καιρό προ της ενανθρωπήσεως Σου) ήμαστε σκοτισμένοι από τα έργα του σκότους και της πλάνης, τώρα δε (μετά την ένσαρκη παρουσία Σου) ψάλλομε ύμνους με αγρνπνία και εγρήγορσι του νού μας σε Σένα, ως σε ευεργέτη δικό μας, για να χαρίσης σε μας το έλεός Σου (συγχώρησι των αμαρτιών μας) και να κάνης ευκολοδιάβατο τον δρόμο του Ουρανού, τον οποίο διαβαίνοντας είθε να εύρωμεν δόξα ουράνια.

Ωδή ς’
Ναίων Ιωνάς, εν μυχοίς θαλαττίοις,
Ελθείν εδείτο, καί ζάλην απαρκέσαι.
Νυγείς εγώ δέ, τώ τυραννούντος βέλει,
Χριστέ προσαυδώ, τόν κακών αναιρέτην,
θάττον μολείν σε τής εμής ραθυμίας.
Ερμηνεία

Οταν ο Ιωνάς κατοικούσε μέσα στους μυχούς (στα βάθη) της θαλάσσης (ευρισκόμενος μέσα στην κοιλία του κήτους) παρακαλούσε να ανέλθη σε Σένα, Κύριε, και η ζάλη (η ψυχική τρικυμία) που συνείχε αυτόν να απομακρυνθή. Αλλά εγώ, αφού επληγώθηκα από το βέλος του τυράννου Διαβόλου, Χριστέ, Εσένα παρακαλώ, που είσαι ο εξολοθρευτής των κακών, να ελθης σε μένα ταχύτερα από την δική μου ραθυμία, αμέλεια, (για να με ελευθερώσης από τα δεινά που με συνέχουν).

Ωδη ζ’
Τώ παντάνακτος εξεφαύλισαν πόθω,
Άπλητα θυμαίνοντος ηγκιστρωμένοι,
Παίδες τυράννου δύσθεον γλωσσαλγίαν,
Οίς είκαθε πύρ άσπετον, τώ Δεσπότη,
Λέγουσιν, Εις αιώνας ευλογητός εί.
Ερμηνεία

Οι τρεις Παίδες (Ανανίας, Αζαρίας και Μισαήλ) αγκιστρωμένοι (προσδεδεμένοι) στον πόθο (την αγάπη) τον παμβασιλέως Χρίστου, εξεφαύλισαν (κατεφρόνησαν) την κακόθεη, βλάσφημη διαταγή που προξενούσε φόβο του τυράννου Ναβουχοδονόσορα, ο οποίος ήταν υπερβολικά θυμωμένος. σε τουτους (τρεις Παίδες) υπεχώρησε το απερίγραπτο, ανείπωτο πυρ της καμίνου, οι όποιοι έψαλλαν στον Δεσπότη Χριστό: Στους αιώνες των αιώνων είσαι ευλογημένος.

Ωδή η’
Μήτραν αφλέκτως εικονίζουσι Κόρης,
Οι τής παλαιάς πυρπολούμενοι νέοι,
Υπερφυώς κύουσαν, εσφραγισμένην.
Άμφω δέ δρώσα, θαυματουργία μιά,
Λαούς πρός ύμνον εξανίστησι χάρις.
Ερμηνεία

Οι νέοι (τρεις Παίδες) οι αναφερόμενοι στην Παλαιά Διαθήκη, οι οποίοι επυρπολούντο (μέσα στην κάμινο του πυρός) χωρις να κατακαίωνται, απεικόνιζαν την μήτρα της Παρθένου, η οποία υπερφυσικώς συνέλαβε και εγέννησε και έμεινε πάλι σφραγισμένη και κλεισμένη. Η θεία Χάρις δε και τα δύο αυτά θαύματα αφού ενήργησε με μία θαυματουργική δύναμι, διεγείρει (ξεσηκώνει) τους πιστούς λαούς στο να υμνούν τον Θεό (που ενεργεί τέτοια τέρατα και θαὐματα).

Ωδή θ’
Στέργειν μέν ημάς, ως ακίνδυνον φόβω,
Ράον σιωπήν, τώ πόθω δέ Παρθένε,
Ύμνους υφαίνειν, συντόνως τεθηγμένους,
Εργώδές εστιν, αλλά καί Μήτηρ σθένος,
Όση πέφυκεν η προαίρεσις δίδου.
Ερμηνεία

Ευκολότερο είναι εμείς (οι υμνωδοί) να αγαπάμε την σιωπή, επειδή δεν παρέχει κανένα κίνδυνο, ένεκα του φόβου (μήπως, όταν μιλήσωμε, κανένα αθέμιτο και ανόσιο έργο ποιήσωμε). Υπό του πόθου δε προς Εσένα κινούμενοι, Παρθένε, το να πλέκωμε ύμνους αρμονικά και πολύ καλά επεξεργασμένους, είναι πολύ δύσκολο και κοπιώδες- αλλά και Συ Μητέρα, όση είναι εκ φύσεως η ιδική μου προαίρεσις τόση δίδε σε μένα την ιδική Σου δύναμι.