Τὰ Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας μας (π. Γεώργιος Κουγιουμτζόγλου)

 

  1. Γενικά
α. Τὸ νόημα τῶν Μυστηρίων
Ἡ ἀνθρώπινη φύση μετὰ τὸ προπατορικὸ ἁμάρτημα «ἐξαγριώθηκε» καὶ ἔγινε «ἀκανθώδης» ὅπως τὰ ἄγρια δέντρα. Γιὰ τὴν «ἡμέρωσή» της βλάστησε ἡ «ράβδος (= βλαστός) ἐκ τῆς ρίζης Ἰεσσαὶ καὶ ἀνθὸς ἐκ τῆς ρίζης» (Ἡσ. ια´ 1), ὁ Θεάνθρωπος Ἰησοῦς Χριστὸς καὶ ἔγινε «βλαστός» αἰσθητός, γιὰ νὰ ἐξημερώσει μὲ αἰσθητὸ τρόπο τοὺς αἰσθητοὺς ἀνθρώπους.
Αὐτὸ τὸ ἐξημερωτικὸ καὶ ἀναγεννητικὸ ἔργο ἐπιτυγχάνεται μὲ τὸν τρόπο ποὺ ὅρισε καὶ παρέδωσε ὁ Χριστός στοὺς Ἁγίους Ἀποστόλους καὶ συνεχίζεται νὰ ἐπιτυγχάνεται καὶ νὰ τελεῖται μὲ τὰ Ἅγια Μυστήρια, μὲ τὴν ἰδιαίτερη γιὰ τὸν καθένα Ἱεροτελεστία.
Ἐφ᾿ ὅσον στὴ γῆ ποὺ ζοῦμε, μὲ τὸ πεπερασμένο μυαλὸ ποὺ ἔχουμε, δὲν μποροῦμε νὰ ἐρευνήσουμε ὅλη τὴν Ἀλήθεια καὶ τὰ Μυστήρια της πίστεώς μας, δεχόμαστε τὴν ἀποκάλυψή τους, (ὄχι παραπλανητικὰ καὶ παράλογα, ἀλλὰ ὑπέρλογα) καὶ ἐξαγιαζόμαστε ὑπερφυσικὰ μέσα ἀπὸ φυσικὰ ὑλικὰ στοιχεῖα καὶ ἄκτιστες θεῖες ἐνέργειες ποὺ ἀπορρέουν ἀπὸ τὰ Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας μας.
β. Ἡ ἔννοια καὶ ἡ ἀναγκαιότητα τῶν Μυστηρίων
Τὰ θεῖα Μυστήρια εἶναι θεοσύστατες τελετὲς τῆς Ἐκκλησίας ποὺ μεταδίδουν στὰ μέλη της μὲ αἰσθητὰ σημεῖα, τὴν ἀόρατη καθαρτικὴ καὶ ἁγιαστικὴ Θεία Χάρη.
Ὅλα τὰ Μυστήρια μεταδίδουν τὴ μία Θεία Χάρη, τὸ καθένα μὲ εἰδικὴ τελετὴ καὶ εἶναι ἀναγκαία γιὰ τὴ σωτηρία μας ὄχι ὅμως ὅλα. Ὑποχρεωτικὰ εἶναι τὰ Μυστήρια τοῦ Βαπτίσματος, τοῦ Χρίσματος, τῆς Θείας Εὐχαριστίας καὶ τῆς Μετανοίας – Ἔξομολογησεως. Προαιρετικὰ εἶναι, τῆς Ἱερωσύνης, τοῦ Γάμου καὶ τοῦ Εὐχελαίου.
Οἱ θεοσύστατες αὐτὲς τελετὲς ὀνομάστηκαν μυστήρια γιὰ δυὸ λόγους. Πρώτον διότι, κατὰ τὸν Ἱερὸ Χρυσόστομο, «ἕτερα ὁρῶμεν καὶ ἕτερα πιστεύομεν» δηλ. ἡ Θεία Χάρη ποὺ μεταδίδουν εἶναι πραγματική, ἀλλὰ ἀόρατη. Δεύτερον, διότι δὲν ἐπιτρεπόταν νὰ τὰ παρακολουθοῦν οἱ ἄπιστοι ἢ οἱ εἰδωλολάτρες, ἀλλὰ μόνον οἱ πιστοί. Δὲ δίδονται τὰ ἅγια Μυστήρια τῆς πίστεως σὲ ἀνθρώπους ποὺ ζοῦν βίο ἀσεβῆ ἢ μπορεῖ νὰ τὰ καταπατήσουν (Ματθ. ζ´, 6). Καὶ φυσικὰ τὰ ἀνωτέρω εἶναι τελείως διάφορα ἀπὸ τὰ ἀρχαῖα εἰδωλολατρικὰ μυστήρια ἢ ἀπὸ τὰ «μυστήρια» ποὺ ὑπάρχουν σὲ σύγχρονες θρησκεῖες ἡ αἱρέσεις.
γ. Πότε εἶναι ἔγκυρα τὰ Μυστήρια
Γιὰ νὰ εἶναι ἔγκυρο καὶ «κανονικό» ἕνα Μυστήριο, σύμφωνα μὲ τὴν Ἀποστολικὴ παράδοση, εἶναι ἀναγκαῖα τὰ ἑξῆς στοιχεῖα:
(1) Ὁ «κανονικά» χειροτονημένος τελετουργὸς (Ἱερέας ἢ Ἐπίσκοπος).
(2) Τὰ αἰσθητὰ σημεῖα, δηλ. ἡ ὕλη τοῦ Μυστηρίου, ποὺ ποικίλει ἀνάλογα μὲ τὸ Μυστήριο.
(3) Ἡ εἰδικὴ Ἱερολογία, δηλ. τὰ εἰδικὰ γιὰ τὸ καθένα λόγια.
Τὸ πρῶτο ἀπὸ τὰ ἑπτὰ Μυστήρια, τὸ Μυστήριο τῶν Μυστηρίων ποὺ ἀποτελεῖ καὶ τὸ κέντρο τῆς ὅλης Λατρείας, εἶναι τὸ Μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας, ἡ Θεία Λειτουργία. Τὸ Μυστήριο αὐτό, στὸ ὁποῖο τελεῖται θυσία ἐξιλαστήρια καὶ εὐχαριστήρια καὶ μᾶς προσφέρεται τροφὴ «ζωῆς αἰωνίου», τὸ Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα τοῦ Κυρίου, ἀναλύθηκε προηγουμένως καὶ γι᾿ αὐτὸ θὰ ἀναφερθοῦμε στὰ ὑπόλοιπα Μυστήρια.
  1. Τὸ Μυστήριο τοῦ Βαπτίσματος
α. Τὸ νόημα τοῦ Μυστηρίου
Ἡ λέξη βάπτισμα σημαίνει τὴ βύθιση ἑνὸς ἀντικειμένου ὁλόκληρου μέσα στὸ νερό. Καὶ ἐπειδὴ τὰ ἔμψυχα ὄντα μέσα στὸ νερὸ πνίγονται καὶ ἐπέρχεται ὁ θάνατος, γι᾿ αὐτὸ στὴ βάπτιση χρειάζεται ἔγκαιρη ἐπέμβαση στὸ βυθισμένο ἄνθρωπο πρὶν πνιγεῖ.
Ὁ «ναυαγοσώστης» τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ὁ Θεάνθρωπος Χριστός, ὁ ὁποῖος μας ἔσωσε μὲ τὸ σταυρικό Του θάνατο (τὴ βύθισή Του στὴν «ἄβυσσο» τοῦ ἅδη, ὅπου βρισκόταν ὁ ἄνθρωπος) καὶ τὴν Ἀνάστασή Του (μὲ τὴν ὁποία ἀνέσυρε ἀναστημένο καὶ τὸν ἄνθρωπο). Κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο συμμετέχοντες καὶ ἐμεῖς, στὸ θάνατο καὶ τὴν Ἀνάστασή Του, ὑφιστάμεθα τὴν τριπλῆ κατάδυση στὴ βάπτιση (τριήμερος ταφή) καὶ ἀκολουθεῖ ἡ ἀνάδυση καὶ ἡ ἀνάστασή μας, ἡ νέκρωση τοῦ παλαιοῦ ἀνθρώπου, ἡ ἀναγεννημένη πνευματικὰ καινὴ ζωὴ διὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ ἡ πολιτογράφησή μας στὸν οὐρανὸ μεταξὺ τῶν ζώντων (Ἰω. γ´, 4-7. Ρωμ. στ´, 3-9. Ἑβρ. ιβ´, 23).
Ἡ σωτηρία μας λοιπὸν ἀπὸ τὸ θάνατο τῆς ἁμαρτίας εἶναι τὸ ἀληθινὸ καὶ πραγματικὸ νόημα τοῦ Μυστηρίου.
β. Ἡ σύσταση τοῦ Μυστηρίου
Τὸ μυστήριο τοῦ Βαπτίσματος προεικονίστηκε καὶ στὴν Παλαιὰ καὶ στὴν Καινὴ Διαθήκη. Ὁ Κύριος ἐπίσης συνομιλώντας μὲ τὸ Φαρισαῖο Νικόδημο τοῦ εἶπε: «Ἐὰν μή τις γεννηθῇ ἐξ ὕδατος καὶ Πνεύματος οὐ δύναται εἰσελθεῖν εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ» (Ἰω. γ´ 5). Ἡ ἵδρυση ὅμως καὶ ἡ παράδοση τοῦ Μυστηρίου ἔγινε μετὰ τὴν Ἀνάσταση, ὅταν εἶπε στοὺς Ἀποστόλους Του: «Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη βαπτίζοντες αὐτοὺς εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος» (Ματθ. κη´ 19). Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος μίλησε καὶ γιὰ τὴν ἀναγκαιότητα τοῦ Βαπτίσματος μὲ τὸ παραπάνω «οὐ δύναται εἰσελθεῖν» καὶ μὲ τὸ «ὁ πιστεύσας καὶ βαπτισθεὶς σωθήσεται, ὁ δὲ ἀπιστήσας κατακριθήσεται» (Μαρκ. ιστ´ 16).
Ἔκτοτε αὐτὴ εἶναι ἡ πράξη τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν διαδόχων τους, ἡ «κατήχηση» καὶ τὸ «Βάπτισμα», μὲ τὸ ὁποῖο ὁποιοσδήποτε εἰσέρχεται στὴν Ἐκκλησία Του, στὴν Κιβωτὸ τῆς σωτηρίας.
γ. Τὰ αἰσθητὰ σημεῖα τοῦ Μυστηρίου
Τρία εἶναι τὰ αἰσθητὰ σημεῖα ποὺ βλέπουμε καὶ ἀκοῦμε (1) Τὸ νερό, (2) Ἡ τριπλὴ κατάδυση καὶ ἀνάδυση τοῦ βαπτιζομένου καὶ (3) Τὰ λόγια τοῦ Ἱερέα: «Βαπτίζεται ὁ δοῦλος τοῦ Θεοῦ… εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος».
δ. Ἡ εἰδικὴ χάρη τοῦ Μυστηρίου
Μὲ τὸ ἅγιο Βάπτισμα μεταδίδεται στὸ βαπτιζόμενο:
(1) Ἡ ἄφεση ὅλων τῶν ἁμαρτιῶν, δηλ. ἡ ἀπαλλαγὴ ἀπὸ τὸ μολυσμὸ τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος καί, ὅταν ὁ βαπτιζόμενος εἶναι μεγάλης ἡλικίας, τῶν προσωπικῶν ἁμαρτιῶν. Γι᾿ αὐτὸ μετὰ τὸ Βάπτισμα, ἀνεξαρτήτως προηγουμένης ζωῆς, μπορεῖ ὁ ἀναγεννημένος χριστιανὸς καὶ νὰ ἱερωθεῖ.
(2) Ἡ ἀναγέννηση, ἡ δικαίωση, ἡ υἱοθεσία καὶ ἡ δυνατότητα σωτηρίας. Ὁ βαπτισμένος ἔχει ἐπανέλθει στὴν προπτωτικὴ κατάσταση τοῦ «κατ᾿ εἰκόνα καὶ καθ᾿ ὁμοίωσιν», ἐκτὸς τῆς ροπῆς πρὸς τὸ κακό, τὸ ὁποῖο ὅμως ὑπερνικᾶται (ὅταν κανεὶς ζεῖ καὶ ἀγωνίζεται ἐντὸς τῆς Ἐκκλησίας) καὶ τοῦ φυσικοῦ θανάτου, ὁ ὁποῖος ὅμως δὲν ἔχει ἄλλες συνέπειες, ἐφ᾿ ὅσον πλέον ὁ ἄνθρωπος μεταβαίνει μὲ αὐτὸν τὸν φυσικὸ θάνατο στὴ ζωὴ (τὴν αἰώνιο). Ἡ βάση τῆς ἁγιότητας τέθηκε. Ὑπολείπεται ἡ ἐνεργός, ἡ προσωπικὴ συμμετοχὴ τοῦ καθενός, γιὰ νὰ γίνει «κατὰ χάριν Θεός».
ε. Οἱ προϋποθέσεις τοῦ Βαπτίσματος
Σύμφωνα μὲ τοὺς λόγους τοῦ Κυρίου (Μαρκ. ιστ´ 16), προϋπόθεση τοῦ βαπτίσματος εἶναι ἡ πίστη μας στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, χωρὶς νὰ τὴν ἀνταλλάσσουμε οὔτε μὲ χρήματα, οὔτε μὲ φιλίες, οὔτε καὶ μ᾿ αὐτὴ τὴ ζωή μας, ὅπως ἔκαναν οἱ Μάρτυρες τῆς Ἐκκλησίας.
Ἡ πίστη αὐτὴ περιλαμβάνει κυρίως τρία σημεῖα:
(1) Τὴν ἀπόταξη τοῦ Σατανᾶ, τὴν ἀπομάκρυνση τοῦ πιστοῦ ἀπὸ κάθε τί τὸ σατανικό. Σ᾿ αὐτὸ συντελεῖ καὶ ὁ ἐξορκισμὸς τοῦ Σατανᾶ ποὺ γίνεται πρὶν ἀπὸ τὴ Βάπτιση.
(2) Τὴ σύνταξη τοῦ πιστοῦ μὲ τὸν Χριστό. Τὴ στροφὴ δηλαδὴ τῆς σκέψεως, τῶν πράξεων, τῆς ἀγάπης καὶ ὁλόκληρης τῆς ζωῆς πρὸς τὸν Χριστό.
(3) Τὴν προσκύνηση καὶ τὴ λατρεία τοῦ Χριστοῦ.
στ. Ἡ προσωπικὴ συμμετοχὴ στὸ Βάπτισμα
Τὰ Μυστήρια δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κατανοηθοῦν λογικά, ἀλλὰ κατανοοῦνται βιωματικὰ οἱ ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ ποὺ ἀπορρέουν ἀπὸ κάθε Μυστήριο. Ἡ γνώση τοῦ Μυστηρίου δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴ διανοητικὴ ἱκανότητα τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. «Δὲν Τὸν ἐζητήσαμε, ἀλλά μας ἐζήτησε» λέγει ὁ Ἅγιος Νικόλαος Καβάσιλας καὶ συνεχίζει «τὸ πρόβατο δὲν ἐζήτησε τὸν ποιμένα, ἀλλὰ ὁ ποιμὴν τὸ πρόβατο». Ὅλα προέρχονται ἀπὸ τὸν Θεό. Αὐτὸ γίνεται καὶ μὲ τὸ μικρὸ παιδὶ ποὺ βαπτίζεται, τὸ ὁποῖο μάλιστα δὲν προβάλλει συνειδητὴ ἀντίδραση στὴ χάρη τοῦ Θεοῦ. Ἡ συνειδητή, βέβαια, συμμετοχὴ τοῦ μικροῦ παιδιοῦ καὶ ἡ ἀντιληπτική του ἱκανότητα εἶναι μικρότερη ἢ μηδαμινή. Ἀλλὰ αὐτὸ δὲν ἔχει σημασία καὶ γιατί ἡ πρωτοβουλία ἀνήκει στὸν Θεὸ καὶ γιατί καὶ μεγάλο νὰ ἦταν τὸ παιδὶ ἢ ἄνδρας, ἡ ἀντιληπτική του ἱκανότητα καὶ πάλι θὰ βρισκόταν σὲ πλήρη δυσαναλογία σχετικὰ μὲ τὸ ἀκατανόητο καὶ ἄρρητο ἀποτέλεσμα τοῦ ἱεροῦ Μυστηρίου.
Αὐτοὶ εἶναι οἱ λόγοι γιὰ τοὺς ὁποίους ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία βαπτίζει νήπια καὶ πιστεύει ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ ὀρθὴ πράξη καὶ αὐτὸ εἶναι τὸ θέλημα τοῦ Χριστοῦ (Ματθ. ιθ´, 14-15).
ζ. Ὁ Νηπιοβαπτισμός
Στὴν ἀρχαία Ἐκκλησία οἱ ἄνθρωποι βαπτίζονταν σὲ ὅ,ποια ἡλικία προσέρχονταν στὴν πίστη. Αὐτὸ ὅμως δὲν σημαίνει ὅτι δὲ βαπτίζονταν νήπια. Ὅταν οἱ γονεῖς πίστευαν στὸν ἀληθινὸ Θεό, ὁλόκληρη ἡ οἰκογένεια βαπτιζόταν ἄρα καὶ τὰ νήπια. Ἦταν ἀδιανόητο ἡ Ἐκκλησία νὰ ἀπέκλειε τὰ νήπια ἀπὸ τὴ σωτηρία, ἐφ᾿ ὅσον ὁ Χριστὸς τὰ ἐκάλεσε καὶ τὰ εὐλόγησε (Ματθ. ιθ´ 14-15). Ὁ Ἅγιος Εἰρηναῖος (150 μ.Χ.) μαρτυρεῖ ὅτι ὁ νηπιοβαπτισμὸς ἦταν συνηθισμένη πράξη τῆς Ἐκκλησίας, ἐνῶ ὁ Ἅγιος Κυπριανὸς (250 μ.Χ.) παρατηρεῖ ὅτι τὰ παιδιὰ πρέπει νὰ ἀξιοῦνται τῆς χάριτος τοῦ Βαπτίσματος. Τὸ ἴδιο προσθέτει καὶ ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, ὅτι τὰ παιδιὰ πρέπει νὰ βαπτίζονται σὲ νηπιακὴ ἡλικία.
Σὲ περίπτωση κινδύνου ἑνὸς ἀβαπτίστου, ἡ Ἐκκλησία ἀναγνωρίζει τὸ «ἀεροβάπτισμα», τὸ ὁποῖο μπορεῖ νὰ τελέσει ὁποιοσδήποτε ὀρθόδοξος. Σ᾿ αὐτὴ τὴν περίπτωση ὑψώνουμε τρεῖς φορὲς τὸ παιδὶ – βρέφος λέγοντας: Βαπτίζεται ὁ δοῦλος τοῦ Θεοῦ… εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἐὰν τὸ παιδὶ ἐπιζήσει, τὸ Βάπτισμα τελεῖται κανονικὰ ἀπὸ Ἱερέα.
Τὰ νήπια ποὺ πεθαίνουν ἀβάπτιστα, μερικοὶ Πατέρες ὑποστηρίζουν ὅτι θὰ βρίσκονται σὲ «μέση κατάσταση» οὔτε θὰ δοξάζονται, οὔτε θὰ κολάζονται. Ἡ Ἁγία Γραφὴ δὲ σημειώνει τίποτε σχετικό, γι᾿ αὐτὸ ἡ πλήρης ἀποκάλυψη τοῦ προβλήματος μᾶς ἐπιφυλάσσεται στὴν ἄλλη ζωή.
  1. Τὸ Μυστήριο τοῦ Χρίσματος
α. Τὸ νόημα τοῦ Μυστηρίου. Ἡ ἀναγέννηση τοῦ ἁγίου Βαπτίσματος εἶναι πλήρης, ἀλλὰ ὁ νεοφώτιστος εἶναι «νήπιος ἐν Χριστῷ» καὶ ἔχει ἀνάγκη βοηθείας, ποὺ δίδεται σ᾿ αὐτὸν μὲ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα κατὰ τὴν τέλεση τοῦ Χρίσματος. Τὸ ἔργο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στὸ νεοφώτιστο, εἶναι ἡ εἰδικὴ καὶ ποικίλη χάρη, ποὺ ἀρχίζει σὰν «Σφραγίδα δωρεᾶς Πνεύματος Ἁγίου».
β. Σύσταση τοῦ Μυστηρίου. Στὴν Καινὴ Διαθήκη δὲν ὑπάρχει ρητὴ μαρτυρία παραδόσεως τοῦ Μυστηρίου ἀπὸ τὸν Κύριο. Οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι ὅμως μᾶς παρέδωσαν τὴν πράξη καὶ μᾶς μιλοῦν γι᾿ αὐτὸ σὰν ἰδιαίτερο Μυστήριο: «Καὶ ὑμεῖς χρίσμα ἔχετε ἀπὸ τοῦ Ἁγίου, καὶ οἴδατε πάντα» (Α´ Ἰω. β´ 20), «ἐν ᾧ καὶ ὑμεῖς… πιστεύσαντες ἐσφραγίσθητε τῷ Πνεύματι τῷ Ἁγίῳ ὃς ἐστὶν ἀρραβὼν τῆς κληρονομίας ἡμῶν» (Ἐφ. α´ 13-14). Ἐπίσης ἀπὸ τὶς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων φαίνεται καθαρῶς ὅτι ὑπῆρχαν βαπτισμένοι (ἀπὸ τοὺς Διακόνους) χωρὶς νὰ ἔχουν λάβει τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, ὁπότε οἱ Ἀπόστολοι «ἐπετίθουν τὰς χεῖρας ἐπ᾿ αὐτοὺς καὶ ἐλάμβαναν Πνεῦμα Ἅγιον» (Πράξ. η´ 17). Γιὰ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ὁμιλεῖ καὶ ὁ Εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης στὸ κεφ. ζ´ 39, τὸ ὁποῖο θὰ ἐλάμβαναν κατὰ τοὺς λόγους τοῦ Κυρίου «οἱ πιστεύοντες εἰς αὐτόν», ἐνῶ οἱ πρῶτοι ποὺ ἔλαβαν τὸ Ἅγιον Πνεῦμα εἶναι οἱ Ἀπόστολοι κατὰ τὴν Πεντηκοστή.
γ. Τὰ αἰσθητὰ σημεῖα τοῦ Μυστηρίου. Τὰ σημεῖα αὐτὰ εἶναι τέσσερα: (1) Τὸ ἅγιο Μύρο – ἔλαιον ἀπὸ σαράντα ἀρώματα, ποὺ δηλώνουν «αἰσθητά» τὰ ποικίλα χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. (2) Ἡ εὐχὴ τοῦ Ἱερέα. (3) Ἡ χρίση τῶν κυρίων μερῶν τοῦ σώματος καὶ (4) τὰ λόγια του Ἱερέα: «Σφραγὶς δωρεᾶς Πνεύματος Ἁγίου. Ἀμήν». Μὲ τὰ «σημεῖα» αὐτὰ ὁ Ἱερέας δὲν «τελεῖ» τὸ Μυστήριο αὐτὸ ὅπως τ᾿ ἄλλα, ἀλλὰ μεταδίδει τὸ Ἅγιο Πνεῦμα.
δ. Ἡ εἰδικὴ χάρη τοῦ Μυστηρίου. Ἡ χάρη τοῦ Χρίσματος εἶναι τὰ ποικίλα χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος (Γαλ. ε´ 22-23 καὶ Α´ Κορ. ιβ´ 4 καὶ 8-11), τὰ ὁποῖα λαμβάνουν ὅλοι ἀνεξαιρέτως οἱ βαπτισμένοι. Ἐὰν τὰ διατηροῦν ἢ ἐὰν τὰ αὐξάνουν, μὲ τὴ δύναμη πάλι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, εἶναι ἕνα μεγάλο θέμα ποὺ συνδέεται καὶ μὲ τὴν προαίρεση τοῦ καθενός. Πάντως τὸ Χρίσμα δὲν ἐπαναλαμβάνεται. Ἐξαίρεση γίνεται ἐὰν κάποιος ὀρθόδοξος πλανηθεῖ καὶ ἀκολουθήσει ἄλλη θρησκεία, ἐφ᾿ ὅσον μετανοήσει, μπορεῖ νὰ γίνει δεκτὸς ξανὰ στὴν ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μὲ τὴ χρίση (πάλι) τοῦ Ἁγίου Μύρου. Τὰ χαρίσματα γίνονται ἐνεργὰ μὲ τὴ μετάνοια, τὴν ἐξομολόγηση καὶ τὴ θεία Κοινωνία.
  1. Τὸ Μυστήριο τῆς Μετανοίας – Ἐξομολογήσεως
α. Τὸ νόημα τοῦ Μυστηρίου
Καθένας ποὺ ἀποφασίζει νὰ ἐξομολογηθεῖ, πρέπει προηγουμένως νὰ ἔχει μετανοήσει. Δηλαδὴ νὰ ἔχει ἀλλάξει νοῦ, τρόπο σκέψεως καὶ συμπεριφορᾶς καὶ νὰ προσαρμοστεῖ στὸν Εὐαγγελικὸ Νόμο. Νὰ πάψει νὰ ἐνεργεῖ ὅπως ἤξερε, ὅπως συνήθιζε ἢ ὅπως τοῦ εἶπαν καὶ νὰ ἐφαρμόζει πλέον ὅ,τι λέει καὶ καθορίζει ὁ Χριστός, παρουσιάζοντας καρπὸ ἄξιο τῆς μετανοίας (Ματθ. γ, 8).
β. Ἡ σύσταση τοῦ Μυστηρίου
Τὸ μυστήριο τῆς Μετανοίας ἵδρυσε καὶ παρέδωσε ὁ Κύριος στοὺς Ἀποστόλους Του μετὰ τὴν Ἀνάσταση, ὅταν τοὺς εἶπε: «…Λάβετε Πνεῦμα Ἅγιον ἂν τίνων ἀφῆτε τὰς ἁμαρτίας, ἀφίενται αὐτοῖς, ἂν τίνων κρατῆτε, κεκράτηνται» (Ἰω. κ´, 22-23).
γ. Τὰ αἰσθητὰ σημεῖα τοῦ Μυστηρίου
Τὰ σημεῖα αὐτὰ εἶναι τρία:
(1) Ἡ ἐξομολόγηση τῶν ἁμαρτιῶν μπροστὰ στὸν Πνευματικὸ μὲ εἰλικρινῆ μετάνοια.
(2) Ἡ ἐπίθεση τῆς χειρὸς τοῦ Πνευματικοῦ στὸν Ἐξομολογούμενο.
(3) Ἡ συγχωρητικὴ εὐχὴ ποὺ διαβάζει ὁ Ἱερέας, ἀλλὰ ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ συγχωρῶν.
δ. Ἡ τέλεση τοῦ Μυστηρίου
Τὸ Μυστήριο εἶναι «ἀπόρρητο». Δὲν ἔχει δικαίωμα οὔτε ὁ Πνευματικὸς νὰ ἀνακοινώσει τίποτε ἀπ᾿ ὅσα ἄκουσε στὴν Ἐξομολόγηση, οὔτε ἄλλος κανεὶς νὰ ζητήσει ἢ ν᾿ ἀπαιτήσει πληροφορίες. Κανονικὰ οὔτε καὶ ὁ ἐξομολογουμένος πρέπει ν᾿ ἀνακοινώνει ὅσα ἄκουσε, διότι αὐτὰ ἰσχύουν μόνο γιὰ τὴ δική του περίπτωση. Σ᾿ ἄλλον, ἄλλο φάρμακο, ἀνάλογα μὲ τὴν ἰδιοσυγκρασία του, καὶ τὴν ἰδιαιτερότητά του θὰ δώσει ὁ Πνευματικός.
Τὸ «καταφύγιο» τῆς Ἐξομολογήσεως «πάντων τῶν κοπιώντων καὶ πεφορτισμένων» ἔχει καλύτερα ἀποτελέσματα ὅταν ὁ ἐξομολογούμενος δὲν ντρέπεται καὶ φανερώνει τὴν πληγή του στὸν Πνευματικό, ὅπως καὶ στὸν ἰατρὸ τῶν σωμάτων. Καὶ τὴν ὥρα αὐτή, ἀποδίδοντας τὶς ἁμαρτίες του μόνο στὸν ἑαυτό του καὶ στὴν ἀμέλειά του, αἰσθάνεται σὰν κατάδικος καὶ στὴν ὄψη καὶ στὸ λογισμὸ καί, μὲ σκυφτὸ τὸ πρόσωπο στὴ γῆ, βρέχει, ἐὰν μπορεῖ, μὲ δάκρυα τὰ πόδια τοῦ Πνευματικοῦ, σὰν νὰ εἶναι τὰ πόδια τοῦ Χριστοῦ. Ἔτσι «ἀφίενται αἱ ἅμαρτιαι», ἔτσι ἀποδίδεται λευκὸς καὶ ἀνάλαφρος, γιὰ νὰ συνεχίσει τὸν ὡραῖο ἀγώνα τῆς ζωῆς καὶ σωτηρίας του. Τὰ ἐπιτίμια, ποὺ μερικὲς φορὲς ἐπιβάλλει ὁ Πνευματικὸς δὲν εἶναι ποινές, ἀλλὰ ἀπαραίτητα φάρμακα θεραπείας τῶν παθῶν. Τὸν Πνευματικὸ πατέρα μας τὸν διαλέγουμε. Τὸν σαρκικὸ πατέρας μας δὲν τὸν ἐπιλέξαμε. Ἐξομολογούμαστε λοιπὸν σ᾿ αὐτὸν ποὺ ἀναπαυόμαστε. Καὶ εἶναι τελείως ἀπαραίτητη ἡ ὕπαρξη ἑνὸς Πνευματικοῦ, ὅπως εἶναι ἀπαραίτητη ἡ ὕπαρξη πολλὲς φορὲς καὶ τοῦ Δικηγόρου, Ἰατροῦ, Προπονητοῦ, Φοροτεχνικοῦ κ.λπ., τοὺς ὁποίους συμβουλευόμαστε κατὰ κανόνα χωρὶς ἀντιρρήσεις ἢ ἐνστάσεις. Ὅποιος κάνει ὑπακοὴ στὸν Πνευματικό του, ὄχι μόνο λύει συνήθως ὅλα τὰ προβλήματά του, ἀλλὰ ἐξασφαλίζει καὶ τὴ σωτηρία του. Ἡ ὑπακοὴ αὐτὴ εἶναι ταπείνωση καὶ οἱ ταπεινοὶ «τὸν Θεὸν ὄψονται»!
Στὸ ἐξομολογητήριο λέμε ἁμαρτίες καὶ ὄχι ἱστορίες! Λέμε τὰ δικά μας ἁμαρτήματα καὶ ὄχι τὶς ἁμαρτίες τῶν ἄλλων. Στὸ ἐξομολογητήριο δὲν ἀναμένουμε κήρυγμα ἀπὸ τὸν Πνευματικό. Μποροῦμε ὅμως νὰ ρωτᾶμε, νὰ λύουμε ἀπορίες καὶ νὰ λαμβάνουμε ἀπαντήσεις, γιὰ νὰ ρυθμίζουμε τὴ στάση καὶ συμπεριφορά μας, ὥστε νὰ εἶναι σύμφωνη μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ Εὐαγγελίου. Ἡ καθοδήγηση αὐτὴ πρέπει νὰ γίνεται στὴν ἀρχὴ τῆς πνευματικῆς ζωῆς σὲ τακτικὰ διαστήματα. Διαφορετικὰ ὁ ἐξομολογούμενος ἐπανέρχεται στὰ ἴδια καὶ χειρότερα μερικὲς φορές.
  1. Τὸ Μυστήριο τῆς Ἱερωσύνης
α. Τὸ νόημα τοῦ Μυστηρίου
Ὁ Κύριος ἀμέσως μετὰ τὴν ἔναρξη τοῦ ἔργου Του, ἐκλέγει καὶ τοὺς «ἐργάτας τοῦ ἀμπελῶνος» (Ματθ. κ´, 1), τοὺς δώδεκα Ἀποστόλους Του, στοὺς ὁποίους ὡς Μέγας Ἀρχιερεὺς μετέδωσε τὴν Ἵερωσυνη.
Οἱ Ἀπόστολοι διὰ Πνεύματος Ἁγίου τὴν μετέδωσαν στοὺς διαδόχους τους Ἀρχιερεῖς, οἱ διάδοχοι στοὺς ἑπόμενους κ.ο.κ. Ἔτσι συνεχίζεται μέχρι τῶν ἡμερῶν μας ἡ Ἀποστολικὴ διαδοχὴ καὶ θὰ συνεχίζεται μέχρις ὅτου ὑπάρχει ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ στὴ γῆ, τῆς ὁποίας κεφαλὴ εἶναι ὁ Χριστός, σῶμα δὲ ὁρατὸ οἱ πιστοί: Κληρικοὶ καὶ Λαϊκοί.
β. Ἡ σύσταση τοῦ Μυστηρίου
Σὲ πολλὰ χωρία τῶν ἱερῶν Εὐαγγελιστῶν φαίνεται ἡ ἐκλογὴ ἀπὸ τὸν Κύριο τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων καὶ ἡ ἀνάθεση σ᾿ αὐτοὺς τῶν τριῶν ἀξιωμάτων Του, ποὺ ἀποτελοῦν τὴν οὐσία τοῦ Μυστηρίου τῆς Ἱερωσύνης: Τοῦ Προφητικοῦ (=διδασκάλου, «προφήτου»), τοῦ Ἀρχιερατικοῦ (= ἱερέως, θύτου) καὶ τοῦ Βασιλικοῦ (= ἀρχηγοῦ, πνευματικοῦ ἡγέτου τοῦ λαοῦ) (Ματθ. θ´, 38· ι´, 1-32· Λουκ. ι´, 17-24).
Καὶ οἱ Ἀπόστολοι, «διὰ τῆς ἐπιθέσεως τῶν χειρῶν» καὶ εἰδικῆς προσευχῆς, μετέδιδαν τὸ χάρισμα αὐτὸ στοὺς διαδόχους τους Ἐπισκόπους, Πρεσβυτέρους καὶ Διακόνους (Πράξ. η´ 18. Α´ Τιμ. δ´ 14. Β´ Τιμ. α´ 6. Ἑβρ. στ´ 2).
γ. Τὰ αἰσθητὰ σημεῖα τοῦ Μυστηρίου
Τὰ σημεῖα αὐτὰ εἶναι:
(1) Ἡ ἐπίθεση τῶν χειρῶν τοῦ Ἐπισκόπου (πρέπει νὰ ἔχει κανονικὴ ἀποστολικὴ διαδοχή).
(2) Ἡ εὐχή: «Ἡ θεία Χάρις, ἡ τὰ ἀσθενῆ θεραπεύουσα καὶ τὰ ἐλλείποντα ἀναπληροῦσα, προχειρίζεται (σφραγίζει ἀνεξάλειπτα) τὸν εὐλαβέστατο… εἰς Διάκονον (ἢ Πρεσβύτερον, ἢ Ἐπίσκοπον). Εὐξώμεθα οὖν ὑπὲρ αὐτοῦ, ἵνα ἔλθῃ ἐπ᾿ αὐτὸν ἡ χάρις τοῦ Παναγίου Πνεύματος».
Εἶναι ἀνεπανάληπτο. Τελεῖται μόνο μία φορά. Μετὰ τὴν ΣΤ´ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο (681), καθιερώθηκε οἱ Ἐπίσκοποι νὰ εἶναι ἄγαμοι. Οἱ Πρεσβύτεροι καὶ Διάκονοι μποροῦν νὰ εἶναι ἔγγαμοι, ἀλλὰ ἀπαγορεύεται ὁ γάμος μετὰ τὴ χειροτονία καὶ σὲ περίπτωση χηρείας.
Οἱ χειροτονίες γίνονται κατὰ τὴ διάρκεια τῆς Θείας Λειτουργίας: τοῦ Διακόνου μετὰ τὸν ἁγιασμὸ τῶν Τιμίων Δώρων, τοῦ Πρεσβυτέρου μετὰ τὸ Χειρουβικὸ ὕμνο, γιὰ νὰ λάβει μέρος στὸν ἁγιασμὸ τῶν Τιμίων Δώρων, καὶ τοῦ Ἐπισκόπου ἀπὸ 2 τουλάχιστον Ἀρχιερεῖς μετὰ τὸν Τρισάγιο ὕμνο, γιὰ νὰ εὐλογήσει καὶ νὰ διδάξει τὸ ἐκκλησίασμα.
δ. Ἡ εἰδικὴ χάρη τοῦ Μυστηρίου
(1) Ὁ Ἐπίσκοπος λαμβάνει τὸ πλήρωμα τῆς Ἱερωσύνης. Ἡ διάκριση σὲ Ἐπισκόπους, Ἀρχιεπισκόπους, Μητροπολίτες ἢ Πατριάρχες εἶναι διοικητική. Ὡς πρὸς τὴν Ἀρχιερωσύνη εἶναι ὅλοι ἴσοι.
(2) Ὁ Πρεσβύτερος – Ἱερέας λαμβάνει τὴ Χάρη νὰ τελεῖ ὅλα τὰ Μυστήρια πλὴν τοῦ ἁγιασμοῦ τοῦ Ἁγίου Μύρου, τῆς Ἱερωσύνης καὶ τῶν ἐγκαινίων τῶν Ναῶν, τὰ ὁποῖα τελεῖ ὁ Ἐπίσκοπος.
(3) Ὁ Διάκονος, ὑπηρετεῖ τὸν Ἐπίσκοπο καὶ τὸν Ἱερέα, χωρὶς νὰ τελεῖ Μυστήρια.
ε. Τὸ ὕψος καὶ τὰ προσόντα τοῦ ἱερατικοῦ Λειτουργήματος.
Τὴν ὑψηλὴ ἀποστολὴ καὶ τὸ «ὑπούργημα» τῆς Ἱερωσύνης τόνισε ὁ Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλὸς ὡς ἑξῆς: «Ἂν δεῖς Ἄγγελο καὶ Ἱερέα νὰ προσκυνήσεις πρῶτα τὸν Ἱερέα, διότι τελεῖ τὴν ἀναίμακτη θυσία τοῦ Χριστοῦ, στὴν ὁποία σκύβουν καὶ Ἄγγελοι καὶ τὴν παρακολουθοῦν μὲ ἔκσταση». Τὴν πνευματικὴ ἐξουσία τοῦ Ἱερέα δὲν ἔχουν οὔτε οἱ Ἄγγελοι. Γι᾿ αὐτὸ πρέπει ἡ ἱερωσύνη νὰ ἀνατίθεται σὲ ἀνάλογα «χέρια»…
Αὐτὸς ποὺ θέλει νὰ γίνει Ἱερέας πρέπει:
(1) Νὰ ἔχει ἁγνὰ ἐλατήρια.
(2) Νὰ ἔχει τὴν «καλὴ μαρτυρία» τῆς Ἐκκλησιαστικῆς κοινότητας.
(3) Νὰ μὴν ἔχει περιπέσει σὲ θανάσιμο ἁμάρτημα (πορνεία, φόνο, ἢ ἄλλο κωλυτικὸ τῆς ἱερωσύνης ἁμάρτημα).
(4) Νὰ ἔχει πνευματικὲς καὶ ψυχικὲς ἱκανότητες.
Ἡ ἐξεύρεση καὶ χειροτονία καλῶν Ἱερέων εἶναι ὑπόθεση ὅλων τῶν πιστῶν. Ἄλλοι γιὰ νὰ δώσουν ἕνα τους παιδὶ στὴν ἱερωσύνη, ἄλλοι γιὰ νὰ γίνουν οἱ ἴδιοι ὥριμοι πρεσβύτεροι ἢ μετὰ τὴ συνταξιοδότησή τους καὶ ἄλλοι, οἱ περισσότεροι, μὲ τὶς προσευχές τους ὁ Θεὸς νὰ φωτίζει, νὰ ὁδηγεῖ καὶ νὰ ἀναδεικνύει ἄξιους καὶ ἁγίους Ἱερεῖς. Καὶ ἐπειδὴ «Οὐδεὶς ἄξιος τῶν συνδεδεμένων ταῖς σαρκικαῖς ἐπιθυμίαις καὶ ἡδοναῖς» ὑπάρχει, γι᾿ αὐτὸ ἀνθρώπινα, θὰ γίνονται σφάλματα, ἀλλὰ δὲν εἴμαστε ἐμεῖς ἁρμόδιοι νὰ κρίνουμε ἢ νὰ κατακρίνουμε τὸν Ἱερέα. Ἡ κατάκριση Ἱερέα λέγεται ἱεροκατηγορία καὶ εἶναι ἁμάρτημα πολὺ βαρύτερο ἀπὸ τὴν κατάκριση. Ἄλλοι εἶναι ἁρμόδιοι αὐτοὶ θὰ δώσουν λόγο καὶ ὄχι ἐμεῖς γι᾿ αὐτούς. Ποιὸς δὲν πίνει τὸ νερὸ στὸ σπίτι του ἐπειδὴ ὁ σωλήνας εἶναι σκουριασμένος; ἐξετάζουμε ποτὲ τὸν σωλήνα; Ποιὸς δὲ δέχεται τὴν ἐπιταγὴ ἀπὸ τὸν ταχυδρόμο ἐπειδὴ εἶναι κακόμορφος ἢ «ἁμαρτωλός»; Ἐμᾶς πρέπει νὰ μᾶς ἐνδιαφέρει ἡ ΕΠΙΤΑΓΗ ποὺ μᾶς προσφέρει ὁ ταχυδρόμος τοῦ Θεοῦ! Προσοχὴ λοιπόν, διότι τὰ κάρβουνα εἴτε σβηστὰ τὰ πιάσεις λερώνεσαι, εἴτε ἀναμμένα, καίγεσαι…
  1. Τὸ Μυστήριο τοῦ Γάμου
α. Τὸ νόημα καὶ ἡ σύσταση τοῦ Μυστηρίου
Γάμος εἶναι ἡ τελετὴ τῆς νόμιμης ἑνώσεως τοῦ ἄνδρα μὲ τὴ γυναίκα. Εἶναι ἕνας θεσμὸς ποὺ ἀποβλέπει στὴ ρύθμιση τῶν σχέσεων τῶν φύλων, στὰ πλαίσια μιᾶς κοινῆς συμβιώσεως καὶ στὸν καθορισμὸ τῆς νομικο-κοινωνικῆς θέσεως τῶν μελλόντων νὰ γεννηθοῦν παιδιῶν, μὲ βάση τὴν προσωπικότητα τῶν γεννητόρων (ὑπηκοότητα, ἐθνικότητα, φυλή, θρησκεία κ.λπ.).
Νομικὰ ὁ γάμος εἶναι ἰσόβια κοινωνία βίου, μὲ ἔντονο ἠθικὸ κατὰ βάση χαρακτήρα, δυὸ φυσικῶν προσώπων διαφορετικοῦ φύλου, ποὺ ἀναγνωρίζεται, ρυθμίζεται καὶ προστατεύεται ἀπὸ τὴν ἔννομο τάξη (Σύνταγμα 1975, Ν1329/ 1983).
Καταβλήθηκε προσπάθεια νὰ διατυπωθοῦν περὶ γάμου διάφορες ἐξελικτικὲς θεωρίες. Κατὰ τὴ χριστιανικὴ ὅμως Δογματική, ὁ γάμος δὲν εἶναι οὔτε ἁπλὴ σύμβαση, οὔτε ἁπλὸς κοινωνικὸς δεσμός, ἀλλὰ θρησκευτικὸ μυστήριο, ἕνα ἀπὸ τὰ ἑπτά. Ὁ Θεὸς τὸ εὐλόγησε ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμὴ τῆς Δημιουργίας λέγοντας στοὺς πρωτοπλάστους «Αὐξάνεσθε καὶ πληθύνεσθε» (Γεν. α´, 28), ἀλλὰ καὶ ὡς Θεάνθρωπος τὸ εὐλόγησε στὸ γάμο τῆς Κανᾶ (Ἰω. β´, 1-11).
Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος χαρακτήρισε τὸ γάμο «Μυστήριον μέγα εἰς Χριστὸν καὶ εἰς τὴν Ἐκκλησίαν» (Ἐφ. ε´, 32), ποὺ σημαίνει ὅτι ὁ γάμος ἐκτὸς τοῦ ὅτι εἶναι μυστήριο καὶ μάλιστα πολὺ μεγάλο, εἶναι καὶ δεσμὸς τελείας ἑνώσεως καὶ ἀφοσιώσεως, ἰσόβιος καὶ ἀδιάλυτος: Αὐτοὶ τοὺς ὁποίους «ὁ Θεὸς συνέζευξε ἄνθρωπος μὴ χωριζέτω» (Ματθ. ιθ´ 6).
β. Τὰ αἰσθητὰ σημεῖα τοῦ Μυστηρίου
Τὰ σημεῖα αὐτὰ εἶναι τέσσερα:
(1) Ἡ ἐλεύθερη συγκατάθεση τῶν νεόνυμφων.
(2) Τὸ στεφάνωμα τῶν νεόνυμφων.
(3) Ἡ ἅρμοση τῶν χεριῶν τους.
(4) Ἡ εὐλογία τῆς Ἐκκλησίας.
Ὁ λόγος γιὰ τὸν ὁποῖο ἡ Ἐκκλησία στεφανώνει τοὺς νεόνυμφους εἶναι ὁ ἴδιος μὲ ἐκεῖνον, γιὰ τὸν ὁποῖο στεφανώνονται καὶ οἱ ἀθλητὲς τῶν διαφόρων ἀγωνισμάτων. Δέχονται οἱ λίγοι ἀθλητὲς ἀπὸ τοὺς πολλοὺς ποὺ ἀγωνίστηκαν στὰ κεφάλια τους τὰ στεφάνια, ὡς σύμβολο νίκης καὶ θριάμβου, ἐπειδὴ ἀγωνίστηκαν σκληρὰ καὶ τελικὰ νίκησαν, δὲν ἡττήθηκαν. Τὸ ἀντικείμενο τῆς νίκης τοῦ νέου ζεύγους ποὺ προσέρχεται στὸ Μυστήριο τοῦ γάμου εἶναι ἡ ἐγκράτεια καὶ ἡ ἁγνότητά του. Καὶ στεφανώνονται, ἐπειδὴ ἀγωνίστηκαν ὡς νέοι ἐνωρίτερα, ἀλλὰ καὶ κατὰ τὴν περίοδο τῶν ἀρραβώνων τους, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ μὴν προχωρήσουν στὶς προγαμιαῖες σχέσεις. Αὐτοὶ θεωροῦνται πραγματικοὶ νικητὲς καὶ μάλιστα ἀήττητοι. Καὶ σ᾿ αὐτοὺς ἡ εὐλογία τῆς Ἐκκλησίας ποὺ παρέχεται στὸ Μυστήριο τοῦ γάμου εἶναι πλήρης, λαμβάνουν τὴν πρώτη εὐλογία τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς Ἐκκλησίας «κατ᾿ εὐδοκίαν». Ὅσοι νέοι δὲν ἐπιτυγχάνουν σ᾿ αὐτὸν τὸν ἀγώνα καὶ ἡττῶνται, δηλαδὴ δημιουργοῦν καὶ ἔχουν σαρκικὲς σχέσεις πρὶν ἀπὸ τὸ γάμο τους, τυπικὰ στεφανώνονται λαμβάνουν τὴ δεύτερη εὐλογία τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς Ἐκκλησίας «κατὰ παραχώρησιν».
γ. Ἡ εἰδικὴ χάρη τοῦ Μυστηρίου
Μὲ τὴν εὐλογία τῆς Ἐκκλησίας, ὁ φυσικὸς δεσμὸς γίνεται ἰσόβια πνευματικὴ ἕνωση, ἱκανὴ μὲ τὴν ἁγιαστικὴ καὶ δημιουργικὴ χάρη τοῦ Θεοῦ νὰ ἐκπληρώσει τοὺς θείους σκοποὺς τοῦ γάμου ποὺ εἶναι:
(1) Ἡ ἀλληλοβοήθεια, ἡ ἀλληλοσυμπλήρωση καὶ ὁ ἐξαγιασμὸς τοῦ ζεύγους τῶν συζύγων μὲ τελικὸ σκοπὸ τὴ σωτηρία τους.
(2) Ἡ διαιώνιση τοῦ ἀνθρώπινου γένους καὶ ἡ ἀνατροφὴ τῶν παιδιῶν «ἐν παιδείᾳ καὶ νουθεσίᾳ Κυρίου» (Ἐφ. στ´, 4).
δ. Σύζυγος καὶ Συζυγία
Οἱ λέξεις αὐτὲς προέρχονται ἀπὸ τὸ ρῆμα ζεύγνυμι ἢ ζευγνύω ποὺ σημαίνει ἑνώνω, συνδέω, βάζω κάτω ἀπὸ τὸ ζυγό τους ἵππους ἢ τὰ βόδια κ.λπ. Συζεύγνυμαι σημαίνει παντρεύομαι, συνδέομαι μὲ τὸ δεσμὸ τοῦ γάμου. Παράγωγα τῶν ρημάτων αὐτῶν εἶναι οἱ λέξεις ζεῦγος, ζυγός, ζευγάρι, εὔζυγος κ.λπ. Ζυγὸς σημαίνει α) τὴ ζυγαριά, β) τὸ ζυγὸ στὴ στρατιωτικὴ παράταξη, γ) τὴ δουλεία τοῦ κατακτητοῦ καὶ δ) τὸ ἐγκάρσιο ξύλο στὸ ἀλέτρι ὅπου ζεύονται τὰ ἄλογα ζῶα γιὰ τὸ ὄργωμα.
Σύζυγος λοιπὸν σημαίνει τὸν (τὴν) ἐζευγμένο(-η) στὸν ἴδιο ζυγὸ καὶ συζυγία σημαίνει τὸ ζυγὸ στὸν ὁποῖο μπαίνει τὸ νέο ζευγάρι τῶν νεόνυμφων μετὰ τὸ γάμο τους. Ὅσον δέχονται (καὶ ὑπομένουν) ἔτσι τὸ ζυγό, συμπορεύονται μὲ τὸ ταίρι τους καὶ αἰσθάνονται ἄνεση καὶ ἐλευθερία. Ὅσοι τὸν παρομοιάζουν μὲ τὸ ζυγὸ τοῦ κατακτητοῦ, αἰσθάνονται καταπίεση καὶ δουλεία.
Γιὰ νὰ ὀργωθεῖ ἕνα χωράφι χρειάζεται ἐκτὸς ἀπὸ τὰ δυὸ ζῶα καὶ γεωργὸς γιὰ τὴν κατεύθυνσή τους, σὲ περιπτώσεις ποὺ «παραστρατοῦν» καὶ βουκέντρα* στὸ χέρι. Ἀλλὰ καὶ στὸ γάμο χρειάζεται «γεωργός» (λόγω ἀγνοίας καὶ ἀπειρίας), ἐὰν θέλουμε νὰ εἶναι ἐπιτυχημένος. Ὄχι «γεωργός» ποὺ θὰ ἱκανοποιεῖ τὶς συμφεροντολογικές, οἰκονομικὲς ἢ ἐπαγγελματικὲς ἀνάγκες τοῦ ζεύγους, ἀλλὰ «γεωργός» ποὺ πρωτίστως θὰ ἐξασφαλίζει τὶς πνευματικές. Ὅποιοι ἀποφασίζουν νὰ δεχθοῦν στὴ συζυγία τους σὰν «γεωργό» τὸν Θεό, ποὺ διαθέτει καὶ «βουκέντρα», ἐπιτυγχάνουν ΑΡΙΣΤΑ, διότι αὐτὸς ὁ γεωργὸς ζητᾶ ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο λίγα καὶ δίνει ΠΟΛΛΑ. «Ζητεῖτε πρῶτον τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν δικαιοσύνην αὐτοῦ καὶ ταῦτα πάντα (ἐννοεῖ τὰ ὑλικὰ ἀγαθά) προστεθήσεται ὑμῖν» (Ματθ. στ´, 33).
* Βουκέντρα εἶναι μακριὰ ράβδος, ποὺ καταλήγει σὲ σιδερένια μύτη, μὲ τὴν ὁποία ὁ γεωργὸς «κεντᾶ», κτυπᾶ καὶ κατευθύνει τὸ ζευγάρι τῶν ζώων, ὅποτε «παραστρατεῖ».
ε. Πρακτικὲς συμβουλὲς Γάμου
(1) Τὴ ζωὴ τοῦ ζεύγους πρέπει νὰ διακρίνει ἡ προσφορὰ τοῦ ἑνὸς πρὸς τὸν ἄλλον. Ἔτσι «ἐξαφανίζεται» τὸ ΕΓΩ καὶ τὸ ΕΣΥ καὶ μετατρέπονται σὲ ΕΜΕΙΣ.
(2) Προσπαθεῖ ὁ καθεὶς στὸ ζεῦγος νὰ κάνει τὸ θέλημα καὶ τὴν ἐπιθυμία τοῦ ἄλλου, ὅπως ἀκριβῶς καὶ ὅταν ἦσαν πρωτοερωτευμένοι.
(3) Δὲ λέει κανεὶς στὸ ταίρι του «δὲν ἔχεις δίκαιο», τουλάχιστον ἐκείνη τὴ στιγμή, ἀλλὰ στὸν κατάλληλο χρόνο μὲ τὸν κατάλληλο τρόπο.
(4) Ψάχνει νὰ βρεῖ καὶ ἐπαινεῖ ὅ,τι καλὸ βλέπει, παραβλέποντας τὰ κακά. Ἡ γκρίνια εἶναι δηλητήριο πού… σκοτώνει σιγὰ – σιγὰ καὶ ὕπουλα.
(5) Παίρνει ἀπόφαση ὁ καθεὶς νὰ δέχεται ὅ,τι ἔγινε καὶ δὲν μπορεῖ νὰ ἀλλάξει. Ζεῖ τὴν κάθε ἡμέρα ὅπως ἀκριβῶς εἶναι. Σκέπτεται περισσότερο αὐτὰ ποὺ ἔχει καὶ λιγότερο αὐτὰ ποὺ ἔχασε.
(6) Βλέπει στὰ ὑλικὰ ἀγαθὰ πόσα ἔχει καὶ ὄχι πόσα τοῦ λείπουν καὶ στὰ πνευματικὰ πόσα τοῦ λείπουν καὶ ὄχι πόσα ἔχει. Ἔτσι ἠρεμεῖ πρὶν ἀγχωθεῖ.
(7) Φροντίζει νὰ χρησιμοποιεῖ καθημερινὰ περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλη λέξη, τὴ λέξη συγγνώμη. Ζητᾶ συγγνώμη γιὰ τὸ δικό του λάθος.
(8) Καταπολεμεῖ τὴν ὑποκρισία, τὴν ἀγνοία καὶ τὶς παρεμβάσεις τρίτων. Ἐφαρμόζει τὴν εἰλικρίνεια, τὴ γνώση -ἀλήθεια γιὰ τὸ κάθε τί καὶ φροντίζει τὸ ταίρι του περισσότερο ἀπὸ ὅλους καὶ ἀπὸ ὅλα.
(9) Ἐφαρμόζει τὴν αὐτομεμψία: βρίσκει σὲ κάθε «διαμάχη» τὰ δικά του λάθη καὶ τὰ διορθώνει.
(10) Σὲ κάθε διαφωνία – ἀδιέξοδο καταφεύγουν στὴ διαιτησία στὸν Πνευματικό. Ἡ ἀποδοχὴ τῆς γνώμης τοῦ Πνευματικοῦ, θίγει λιγότερο τὸν ἐγωισμό μας καὶ τελικὰ γίνεται ὅ,τι θέλει ὁ Θεός!
  1. Τὸ Μυστήριο τοῦ Ἱεροῦ Εὐχελαίου
α. Τὸ νόημα καὶ ἡ σύσταση τοῦ Μυστηρίου
Ἡ σύσταση τοῦ ἱεροῦ αὐτοῦ Μυστηρίου στηρίζεται στὴν ἐξουσία ποὺ ἔδωσε ὁ Χριστὸς στοὺς Μαθητές Του, «…ὥστε (μ᾿ αὐτὴν τὴν ἐξουσία) θεραπεύειν πᾶσαν νόσον καὶ πᾶσαν μαλακίαν» (Ματθ. ι´, 1). Καὶ οἱ Ἀπόστολοι πιστοὶ ἐκτελεστὲς τῶν ἐντολῶν τοῦ Κυρίου ἐπέστρεφαν ἀπὸ τὶς περιοδεῖες τους καὶ μὲ ἐνθουσιασμὸ ὁμολογοῦσαν: «Κύριε καὶ τὰ δαιμόνια ὑποτάσσεται ἡμῖν ἐν τῷ ὀνόματί σου» (Λουκ. ι´, 17). Γι᾿ αὐτὸ καὶ ὁ Εὐαγγελιστὴς Μάρκος ἀναφέρει ὅτι οἱ Ἀπόστολοι «…ἤλειφον ἐλαίῳ πολλοὺς ἀρρώστους καὶ ἐθεράπευον» (Μαρκ. στ´, 13).
Αὐτὴ ἡ θεραπευτικὴ τακτικὴ τηρήθηκε καὶ μετὰ τὴν Πεντηκοστὴ ἀπὸ τοὺς Ἀποστόλους καὶ τοὺς διαδόχους τους καὶ εἶναι προνόμιο ποὺ χορηγήθηκε ἀπὸ τὸν Χριστὸ στὴν Ἐκκλησία Του. Αὐτὸ τὸ προνόμιο καθιερώνει πρακτικὰ ἀργότερα (μεταξὺ 55-60 μ.Χ.) ὁ Ἀπόστολος Ἰάκωβος, ὁ Ἀδελφόθεος, στὴν ἐπιστολή του λέγοντας χαρακτηριστικά: «Ἐὰν κάποιος εἶναι ἄρρωστος, νὰ προσκαλέσει τοὺς πρεσβυτέρους τῆς Ἐκκλησίας νὰ προσευχηθοῦν γι᾿ αὐτὸν καὶ νὰ τὸν ἀλείψουν μὲ λάδι, ἐπικαλούμενοι τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου. Καὶ ἡ προσευχὴ ποὺ γίνεται μὲ πίστη θὰ σώσει τὸν ἄρρωστο» (Ἰακ. ε´, 13-15).
β. Τὰ αἰσθητὰ σημεῖα τοῦ Μυστηρίου
Τὰ σημεῖα αὐτὰ εἶναι τρία:
(1) Τὸ καθαρὸ «ἔλαιον».
(2) Ἡ ἐπάλειψη τῶν μελῶν τοῦ σώματος (κεφαλῆς -χειρῶν) καὶ
(3) Ἡ εὐχὴ τοῦ Ἱερέα:
«Πάτερ Ἅγιε, ἰατρὲ τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων… ἴασαι τὸν δοῦλόν σου… ἐκ τῆς περιεχούσης αὐτὸν σωματικῆς καὶ ψυχικῆς ἀσθενείας καὶ ζωοποίησον αὐτὸν διὰ τῆς χάριτος τοῦ Χριστοῦ Σου…».
γ. Σχέση Εὐχελαίου καὶ Ἐξομολογήσεως
Τὸ ἱερὸ Μυστήριο τοῦ Εὐχελαίου γίνεται σὲ περιπτώσεις ἀσθενειῶν ἢ σὲ ψυχορραγοῦντες καὶ ὄχι π.χ. γιὰ τὸ καλὸ τοῦ μήνα ἢ τοῦ χρόνου, γιὰ νὰ φύγουν τὰ δαιμονικά, γιὰ νὰ ἔλθει ἡ εὐλογία τοῦ Θεοῦ ἐπειδὴ ὅλα πᾶνε «κακὰ καὶ ἀνάποδα» ἢ γι᾿ ἄλλες ποικίλες περιπτώσεις, γιὰ τὶς ὁποῖες μποροῦμε νὰ κάνουμε ἁγιασμὸ ἢ ὅ,τι ἄλλο μᾶς συστήσει ὁ Ἱερέας. Μαζὶ λοιπὸν μὲ τὶς εὐχὲς γιὰ θεραπεία τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος μνημονεύονται καὶ συγχωρητικὲς εὐχὲς τῶν ἁμαρτιῶν τοῦ ἀσθενοῦς καὶ τῶν συμμετεχόντων στὸ Μυστήριο ἀνθρώπων, ὅπως τονίζει καὶ ὁ Ἀδελφόθεος Ἰάκωβος: «…καὶ ἂν ἔχει κάνει ἁμαρτίες θὰ τοὺς τὶς συγχωρέσει ὁ Κύριος» (Ἰακ. ε´, 15). Ζητοῦμε τὴ συγχώρηση τῶν ἁμαρτιῶν, πρῶτον διότι ὁ ἴδιος ὁ Κύριος μᾶς ἐδίδαξε ὅτι καὶ οἱ σωματικὲς ἀσθένειες πολλὲς φορὲς ἔχουν σὰν αἴτιο τὶς ἁμαρτίες μας καὶ δεύτερον διότι ἡ ἁμαρτία ἀφήνει τὶς οὐλές της στὶς ψυχὲς καὶ τὰ σώματά μας ἀκόμη καὶ μετὰ τὴ μετάνοια καὶ ἐξομολόγησή μας.
Μὲ δεδομένο ὅτι τοῦ Εὐχελαίου προηγεῖται τὸ ἱερὸ Μυστήριο τῆς Μετανοίας καὶ Ἐξομολογήσεως στὸ ὁποῖο ἐνωρίτερα ὁ πιστὸς συμμετέχει, γίνεται ἀποδεκτὸ αὐτὸ ποὺ ἀναγράφεται σὲ ὁρισμένα Βυζαντινὰ λειτουργικὰ ὑπομνήματα. Ἡ Ἐξομολόγηση καὶ τὸ Εὐχέλαιο εἶναι οἱ δυὸ πλευρὲς ἑνὸς καὶ μοναδικοῦ θεραπευτικοῦ «μυστηρίου», στὸ ὁποῖο ἡ Θεία Χάρη συγχωρεῖ τὶς ἁμαρτίες μας καὶ θεραπεύει τὰ ψυχικὰ καὶ σωματικά μας νοσήματα· εἶναι Μυστήρια ψυχοσωματικῆς ἰάσεως καὶ ὁλοκληρώσεως τοῦ χριστιανοῦ.
δ. Πληρότητα τοῦ Μυστηρίου
Τὸ Εὐχέλαιο τελεῖται κανονικὰ ἀπὸ ἑπτὰ Ἱερεῖς. Ἑπτὰ εἶναι καὶ τὰ Ἀποστολικὰ καὶ Εὐαγγελικὰ ἀναγνώσματα, ἑπτὰ εἶναι καὶ οἱ εὐχὲς γι᾿ αὐτὸ ἀνάβουμε καὶ ἑπτὰ κεριὰ (ὁ ἀριθμὸς ἑπτὰ σημαίνει πληρότητα). Ὅταν δὲν εἶναι εὔκολη ἡ ἀνεύρεση ἑπτὰ Ἱερέων γίνεται καὶ ἀπὸ λιγότερους, ἢ κατ᾿ οἰκονομία καὶ ἀπὸ ἕνα μόνο. Ἡ πληρότητα τοῦ ἀριθμοῦ ἑπτὰ σημαίνει ὅτι τὸ Ἅγιο Εὐχέλαιο ἐκφράζει καὶ φανερώνει τὴν ἀγάπη καὶ τὴ στοργὴ ὁλόκληρης τῆς Ἐκκλησίας γιὰ τὸ ἄρρωστο σωματικὰ καὶ ψυχικὰ μέλος της. Στὶς δύσκολες στιγμὲς τῆς ἀσθενείας τοῦ ἄρρωστου μέλους της, ἐμπρὸς στὸν κίνδυνο τοῦ σωματικοῦ θανάτου του, εὔχεται ἡ Ἐκκλησία (παριστάμενοι Ἱερεῖς καὶ Λαϊκοί), κατὰ τὴν τέλεση τοῦ ἱεροῦ αὐτοῦ Μυστηρίου, τὴν πλήρη ἴαση καὶ τὴν ὁλοκληρωτικὴ θεραπεία τοῦ ἀσθενοῦς, γιὰ νὰ ἀποδοθεῖ καὶ πάλι στὴν Ἐκκλησία «σῶος καὶ ὁλόκληρος», γιὰ νὰ «εὐαρεστῆ καὶ νὰ πράττη» τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ.
ε. Τέλεση τοῦ Μυστηρίου
Στοὺς Ἱεροὺς Ναοὺς τελεῖται Εὐχέλαιο τὴ Μεγάλη Τετάρτη ἀπόγευμα γιὰ καλύτερη προετοιμασία τῶν πιστῶν, πρὶν ἀπὸ τὴ θεία Κοινωνία τῶν ἡμερῶν του Πάσχα. Κατὰ ἀντιστοιχία τὸ ἴδιο πράττουν πολλοὶ καὶ πρὸ τῶν Χριστουγέννων, ὅπως καὶ σ᾿ ἄλλες περιπτώσεις κατὰ τὴν κρίση τῶν Ἱερέων καὶ τὶς ἀνάγκες τῆς Ἐνορίας.
Ὅταν κάποιος θέλει νὰ τελεστεῖ τὸ Ἱερὸ Εὐχέλαιο στὸ σπίτι του γιὰ λόγους ὑγείας μπορεῖ νὰ ἐνεργήσει ὀρθότερα ὡς ἑξῆς: Πρὶν ἀπὸ τὸ Εὐχέλαιο οἱ οἰκεῖοι τοῦ ἀσθενοῦς καὶ ὁ ἴδιος ὁ ἀσθενὴς ἐξομολογοῦνται ἐν μετανοίᾳ, προετοιμάζονται μὲ νηστεία, κάνουν πολλὴ προσευχὴ καὶ τελοῦν τὸ Εὐχέλαιο. Τὴν ἑπομένη κανονίζουν νὰ τελεστεῖ καὶ ἰδιαίτερη Θεία Λειτουργία ὑπὲρ ὑγείας τοῦ πάσχοντος, στὴν ὁποία καὶ κοινωνοῦν. Ἐὰν ὁ ἀσθενὴς εἶναι κατάκοιτος, κοινωνεῖ στὸ σπίτι. Γιὰ νὰ γίνουν τ᾿ ἀνωτέρω δὲν πρέπει τὸ Εὐχέλαιο νὰ γίνει κοσμικὸ γεγονός. Αὐτοὶ ποὺ θὰ προσκληθοῦν, γιὰ νὰ παραστοῦν σ᾿ αὐτό, θὰ πρέπει νὰ ἔχουν διάθεση νὰ συμπροσευχηθοῦν καὶ νὰ συμβάλουν οὐσιαστικὰ στὸ πρόβλημά μας. (Ἡ καλύτερη συμβολή τους εἶναι ἡ «ἐν ἐπιγνώσει» συμμετοχή τους στὸ Μυστήριο).
Ἀπὸ πλευρᾶς τυπικῆς προετοιμασίας τοῦ Μυστηρίου ἀπαιτεῖται μία βαθιὰ πιατέλα μὲ ἀλεύρι (γιὰ νὰ τοποθετηθοῦν σ᾿ αὐτὴν τὰ ἑπτὰ κεριά), καντήλα, θυμιατό, χριστήρας (ἢ χριαλίδιο), Εἰκόνα. Οἱ παρευρισκόμενοι δὲν εἶναι ἀπαραίτητο νὰ κρατοῦν κερὶ στὸ χέρι κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ Μυστηρίου. Ἡ εὔκολη αὐτὴ προετοιμασία γίνεται καὶ οὐσιαστική, ἐὰν προσφέρουμε τὴν ψυχή μας ἁγνή, καθαρή, ταπεινή. Ἔτσι συμμετέχουμε στὸ ἀγγελικὸ πανηγύρι τῶν Μυστηρίων τῆς Ἐκκλησίας μας!
Ὅταν, μερικὲς φορές, βλέπουμε ὅτι οἱ αἰτήσεις μας, μὲ τὸ Εὐχέλαιο ποὺ τελοῦμε, δὲν ἱκανοποιοῦνται, αὐτὸ μπορεῖ νὰ συμβαίνει διότι:
-Δὲν πιστεύουμε ταπεινὰ καὶ ἁπλὰ ὅτι γιὰ τὸν Θεὸ τὰ πάντα εἶναι δυνατὰ καὶ εὔκολα.
-Ἡ προσευχή μας δὲ βγαίνει ἀπὸ χείλη καὶ ζωὴ καθαρή.
-Οἱ αἰτήσεις μας δὲν εἶναι σύμφωνες μὲ τὸ πνεῦμα τοῦ Εὐαγγελίου: «Οὐχ ὡς ἐγὼ θέλω, ἀλλ᾿ ὡς Σύ» (Ματθ. κστ´ 39).
-Ζητᾶμε περισσότερο τὴν ὑγεία τοῦ σώματος, ἐνῶ θὰ ἔπρεπε νὰ ζητοῦμε πρωτίστως τὴν ὑγεία τῆς ψυχῆς.
Ἀλλά, ἀκόμη δὲν πρέπει νὰ μᾶς διαφεύγει ὅτι ὁ Θεὸς ποὺ μᾶς ἀγαπᾶ ἀπεριόριστα, εἶναι δυνατὸν νὰ μᾶς στερεῖ αὐτὸ ποὺ ζητᾶμε σήμερα, γιὰ νὰ μᾶς προσφέρει αὔριο κάτι πολὺ ἀνώτερο! Γι᾿ αὐτὸ ὁ θεῖος Χρυσόστομος τονίζει: «ὑπάρχουν περιπτώσεις γιὰ τὶς ὁποῖες θὰ εὐχαριστοῦμε τὸν Θεὸ περισσότερο γι᾿ αὐτὰ ποὺ δὲ μᾶς ἔδωσε, παρὰ γι᾿ αὐτὰ ποὺ μᾶς δίνει»!
Κάποια μητέρα ζήτησε ἀπὸ τὸν Ἱερέα τῆς ἐνορίας της νὰ κάνει Εὐχέλαιο, διότι τὸ γιό της τὸν συνέλαβαν οἱ Ἀστυνομικοὶ καὶ τὸν ἔκλεισαν στὶς φυλακές… ἀδίκως! Τὸ ἴδιο συμβαίνει ὅταν λέμε στὸν Ἰατρό: Σήμερα Γιατρὲ θέλω νὰ μοῦ δώσεις αὐτὸ τὸ φάρμακο. Ὅπως ὁ ἰατρὸς πρῶτα μας ἐξετάζει καὶ μετά μας δίδει τὸ φάρμακο, ὅποιο αὐτὸς κρίνει, ἔτσι καὶ στὰ πνευματικά. Λέμε στὸν Ἱερέα ἢ τὸν Πνευματικό μας τὸ πρόβλημα ποὺ μᾶς ἀπασχολεῖ καὶ τότε αὐτὸς ἀποφασίζει τὸ «φάρμακο» ποὺ θὰ μᾶς δώσει ἢ θὰ μᾶς συστήσει (εὐχή, ἁγιασμό, εὐχέλαιο, ἐξομολόγηση κ.λπ.).