Η ΑΡΧΑΙΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΔΕΝ ΗΤΑΝ ΚΑΙ ΤΟΣΟ «ΕΛΛΗΝΙΚΗ»! ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητοῦ

 

19tayΤό πολυποίκιλο καί ποικιλόμορφο κίνημα τῶν λεγομένων «ἀρχαιολατρῶν», ἀποτελεῖ σήμερα μιά μεγάλη πολεμική πρόκληση κατά τῆς Ἐκκλησίας μας καί κατά τοῦ συνόλου σχεδόν τοῦ πιστοῦ ὀρθοδόξου λαοῦ μας. Τά δεκάδες περιοδικά τους, πού κυκλοφοροῦν σέ ὅλη τήν Ἑλλάδα, οἱ τηλεοπτικές καί ραδιοφωνικές τους συνεντεύξεις καί ἐκπομπές, καί οἱ δαιδαλώδεις ἰστοσελίδες τους στό διαδίκτυο, βρίθουν ἀνείπωτων συκοφαντιῶν, χυδαίων ὕβρεων καί ἀπαράδεκτων ἀπειλῶν κατά τῆς Ἐκκλησίας μας, ἡμῶν τῶν χριστιανῶν καί γενικότερα κατά τοῦ Χριστιανισμοῦ, σέ τέτοιο βαθμό, ὥστε ἔχουν ξεπεραστεῖ τά ὅρια τῆς εὐπρέπειας καί ἀγγίζουν τά ὅρια τῆς εἰσαγγελικῆς παρέμβασης! Ἀρκετές φορές ὁ «Διάλογος» ἔχει φιλοξενήσει σχετικά ἄρθρα, τά ὁποῖα ἀναφερόταν στό ὑβρεολόγιο, τή λασπολογία, τήν ἐπιστημονική καί ἱστορική κακοποίηση καί τίς ἀπειλές.
Ἡ πλέον ἀπαράδεκτη συκοφαντία κατά τῆς Ἐκκλησίας μας εἶναι αὐτή τῆς δῆθεν μή «συμβατότητας» τοῦ Χριστιανισμοῦ μέ τόν Ἑλληνισμό! Τονίζουν μέ ἔμφαση καί πάθος πώς ὁ Χριστιανισμός εἶναι «ἑβραιογενής αἵρεση», ἡ ὁποία δέν ἔχει καμιά σχέση μέ τήν «ἑλληνική κοσμοθέαση». Ὁ Χριστιανισμός πρεσβεύει, κατ’ αὐτούς τόν «ἄγριο, κακοῦργο, δυνάστη καί βλοσυρό θεό τῆς ἐρήμου» τόν «Γιαχβέ», τοῦ ὁποίου «ἡ δουλόφρων πίστη σέ ἐκεῖνον», δέν ταιριάζει μέ τήν «ἐλευθεροφροσύνη τῶν Ἑλλήνων». Διαδίδουν πώς ἡ ἐπικράτηση τοῦ Χριστιανισμοῦ, στούς πρώτους χριστιανικούς αιῶνες, δέν εἶναι προϊόν ἐλεύθερης ἐπιλογῆς τῶν πρώην ἐθνικῶν Ἑλλήνων, ἀλλά ἀποτέλεσμα «βίας, σφαγῶν καί συστηματικῆς γενοκτονίας»! Ὑποστηρίζουν μάλιστα μέ στόμφο πώς ὁ Ἑλληνισμός «βρίσκεται σέ κατοχή ἐδῶ καί 1600 χρόνια», «ἡ Ὀρθοδοξία εἶναι τό δικτατορεῦον δόγμα, μιά ἀλλότρια θρησκεία, ξένη πρός τόν Ἑλληνισμό, ἡ ὁποία καταπιέζει τούς Ἕλληνες»! Πραγματικά ἀπίστευτα πράγματα!
Οἱ Ἕλληνες, κατ’ αὐτούς «ἔχουν δική τους θρησκεία, τοῦ δωδεκαθέου, τήν μόνη ἑλληνική, ἡ ὁποία γεννήθηκε στήν Ἑλλάδα, ὡς προϊόν ὑψηλῆς συλλήψεως». Ἡ ἀναβίωσή της ὑποστηρίζουν ὅτι «θά ἀπαλλάξει τόν Ἑλληνισμό ἀπό τήν ἑβραιοχριστιανική καταπίεση καί θά τόν ξαναβάλει στήν τροχιά προόδου»!
Θά ἐπιχειρήσουμε νά ἀποδείξουμε μέ ἐπιστημονικά στοιχεῖα πώς αὐτό τό μόρφωμα πού οἱ «ἀρχαιολάτρες» ἀποκαλοῦν «πατρώα θρησκεία» καί «μόνη ἑλληνική θρησκεία» καί μέ κομπασμό ἀποκαλοῦν τούς ἀνύπαρκτους θεούς τοῦ δωδεκαθέου «ἕλληνες θεούς» δέν εἶναι καί τόσο «ἑλληνική θρησκεία» ὅσο νομίζουν. Οἱ «ἕλληνες θεοί» τοῦ δωδεκαθέου δέν εἶναι καθόλου ἕλληνες, ἀλλά στό σύνολό τους εἶναι… εἰσαγόμενοι ἀπό «βάρβαρους» λαούς! Μία ἐπισταμένη, λεπτομερής καί προπαντός ἐπιστημονική μελέτη τῶν πηγῶν γιά τίς καταβολές καί τή διαμόρφωση τῆς ἀρχαιοελληνικῆς θρησκείας ἀποδεικνύει περίτρανα πώς οὔτε «γηγενής» οὔτε «ἑλληνική» ὑπῆρξε, διότι στή μακραίωνη πορεία της προσέλαβε τόσα ξένα στοιχεῖα, ὥστε εἶναι δυσδιάκριτο τί εἶναι ἑλληνικό καί τί εἰσαγόμενο σέ αὐτή.
Μέ ὁδηγό τά ἀρχαιολογικά εὑρήματα μποροῦμε νά σχηματίσουμε μιά ἀρκετά σαφῆ εἰκόνα τῶν θρησκευτικῶν ἀντιλήψεων καί πίστεων τῶν κατοίκων τοῦ ἑλλαδικοῦ χώρου πρίν γίνει ἡ κάθοδος τῶν γνωστῶν ἑλληνικῶν φύλων στήν Ἑλλάδα ( γύρω στά 2000 π.Χ.). Οὔτε λόγο γιά δωδεκάθεο δέν μποροῦμε νά κάνουμε σέ αὐτή τήν περίοδο. Οἱ θρησκευτικές ἀντιλήψεις τῶν Πελασγῶν, τῶν Λελέγων, τῶν Ταφίων, τῶν Κουρητῶν καί ἄλλων προελληνικῶν φύλων ἦταν σαφῶς τοτεμιστικοῦ καί φετιχιστικοῦ καί ἀνιμιστικοῦ χαρακτῆρα. Κυριαρχοῦσε σέ αὐτούς ἀπόλυτη παχυλή εἰδωλολατρεία. Ἡ θρησκεία τους ἦταν κατά βάση λατρεία τῆς φύσεως (λατρεία τῶν ποταμῶν, τῶν βράχων, τῶν δένδρων, τῶν ζώων κλπ). Οἱ Κρητομινωΐτες προχώρησαν κάπως καί ὑπό τήν ἐπίδραση κάποιας μορφῆς μητριαρχίας, καθιέρωσαν τή λατρεία τῆς «Μεγάλης Μητέρας», ἡ ὁποία στήν οὐσία ἦταν ἡ λατρεία τῆς Γῆς ἤ τῆς Φύσεως, προσωποποιημένη στό πρόσωπο τῆς «Μεγάλης Μητέρας», ἡ ὁποία παριστάνονταν μέ χονδροκομμένα εἰδώλια ὡς «θεά τῶν φιδιῶν» καί τῆς γονιμότητας. Σύμφωνα μέ ἀξιόπιστες μαρτυρίες ἀρχαίων συγγραφέων καί πορίσματα συγχρόνων ἐπιστημόνων ἡ λατρεία τῆς «Μεγάλης Μητέρας» εἰσήχθη στήν Κρήτη ἀπό ἐμπόρους καί ναυτικούς ἀπό τήν Αἴγυπτο. Ἀργότερα ταυτίστηκε μέ τήν Δήμητρα.
Τά πρῶτα ἑλληνικά φῦλα, ὅταν κατέβηκαν στόν ἑλληνικό χῶρο, ἔφεραν μαζί τους τίς θρησκευτικές ἀντιλήψεις τῶν Ἀρίων, τῆς μεγάλης ὁμοεθνίας τῶν Ἰνδοευρωπαίων, ἡ ὀποία διακλαδώθηκε καί κατέκλυσε τήν Εὐρωπαϊκή ἤπειρο τήν δεύτερη π.Χ. χιλιετηρίδα. Ἡ θρησκεία τῶν Ἀρίων εἶχε ὡς βάση τήν λατρεία τῶν προσωποποιημένων φυσικῶν δυνάμεων.
Ἡ ἐγκατάσταση τῶν ἑλληνικῶν φύλων στήν Ἑλλάδα καί ἡ ἀνάμειξή τους μέ τούς ντόπιους προελληνικούς πληθυσμούς δημιούργησε μία νέα θρησκευτική κατάσταση. Οἱ θρησκευτικές ἀντιλήψεις καί παραδόσεις τῶν Ἀρίων ἀναμείχθηκαν μέ τίς θρησκευτικές παραδόσεις τῶν προελλήνων καί προέκυψε ἔτσι ἕνα νέο θρησκευτικό κράμα τοτεμιστικῆς, φετιχιστικῆς καί ἀνιμιστικῆς θρησκείας καί λατρείας τῶν φυσικῶν δυνάμεων. Λίγο ἀργότερα, καί συγκεκριμένα στούς μυκηναϊκούς χρόνους, ἄρχισε νά διαμορφώνεται μία ἀνθρωπομορφική θεώρηση τῶν θεῶν, στά πρότυπα τῶν μυκηναίων βασιλικῶν οἴκων, σύμφωνα μέ τόν μεγάλο Σουηδό καθηγητή καί πρωτοπόρο μελετητή τῆς ἀρχαιοελληνικῆς θρησκείας Nilsson. Τότε ἀρχίζουν νά πλάθονται οἱ διάφορες μυθολογικές διηγήσεις, οἱ ὁποῖες ἀργότερα θά καταγραφοῦν ἀπό τούς ποιητές Ὅμηρο καί Ἡσίοδο καί θά ἀποτελέσουν τίς γνωστές μας «Θεογονίες». Ἡ συγκρότηση τῆς θρησκείας τοῦ δωδεκαθέου τοποθετεῖται ὄχι ἀργότερα ἀπό τό 1200 π.Χ. Ὁ Ὅμηρος ἔγραψε τά ἔπη του τόν 8ο π.Χ. αἰῶνα καί ὁ Ἡσίοδος τόν 7ο π. Χ. αἰῶνα, στίς μέρες τῶν ὁποίων ἔχουμε πλήρη διαμόρφωση τῆς θρησκείας τοῦ δωδεκαθέου.
Τήν ἴδια ἐποχή μέ τήν ἀνάπτυξη τοῦ ἐμπορίου καί τῆς ναυτιλίας, ἔχουμε εἰσβολή καί ἄλλων θρησκευτικῶν στοιχείων στόν ἑλλαδικό χῶρο. Ὁ πατέρας τῆς ἱστορίας Ἡρόδοτος μᾶς πληροφορεῖ πώς οἱ περισσότεροι ἀπό τούς θεούς, πού ἀργότερα ἀποτέλεσαν τό δωδεκάθεο, ἦρθαν ἀπό τήν Αἴγυπτο! Ὅλοι οἱ θεοί τοῦ δωδεκαθέου, ἐκτός ἴσως τόν Ποσειδῶνα, εἶναι πιστά ἀντίγραφα καί ἐν πολλοῖς ταυτόσημοι θεοί ἄλλων λαῶν.
Ὁ πανάρχαιος θεός τῆς ὁμηρικῆς ἡσιόδειου μυθολογίας Οὐρανός εἶναι σαφέστατα ὁ θεός Varuna τῶν Ἀρίων. Στό πανάρχαιο θρησκευτικό ποίημα τῶν Ἰνδῶν Ρίγκ-Βέδδες ὑπάρχουν ἀφηγήσεις θεομαχιῶν παρόμοιες σάν αὐτές πού περιγράφονται στήν ἑλληνική μυθολογία. Ἔστω γιά παράδειγμα ἡ θεομαχία τοῦ οὐράνιου θεοῦ τοῦ φωτός Ἴνδρα μέ τούς μελανούς θεούς τῶν νεφῶν καί τοῦ σκότους (P. Decharme, Ἑλληνική Μυθολογία, τόμ.Α΄,σελ.49). Ὁ Κρόνος εἶναι ὁ ἰνδικός Kranan, θεός δημιουργός καί πλάστης. Ὁ μεγάλος μελετητής καί θρησκειολόγος H.G.Guterbock, ὁ ὁποῖος κατόρθωσε καί μετέφρασε χετιτικές ἐπιγραφές, βρῆκε καταπληκτική ὁμοιότητα τῆς ἡσιόδειου θεογονίας μέ τήν χετιτική, ἡ ὁποία εἶναι σαφέστατα ἀρεία. Περιττό νά τονίσουμε πώς οἱ ἐπιγραφές αὐτές εἶναι παμπάλαιες σέ σχέση μέ τήν ἐπόχή τοῦ Ἡσιόδου (7ος π.Χ. αἰών). Ὁ θεός Anu (Οὐρανός) ἔπαθε, ὅ,τι ἔπαθε ὁ Οὐρανός τῆς Ἑλληνικῆς μυθολογίας. Ὁ Kumarbi (Κρόνος) ἔκοψε τά γεννητικά ὄργανα τοῦ πατέρα του Anu καί τά κατάπιε. Κατόπιν ἔφτυσε τό σπέρμα καί ἀπό αὐτό γονιμοποιήθηκε ἡ Γῆ καί γέννησε τούς τρεῖς θεούς, τόν Tesab (Δία) καί τούς ἀδελφούς του. Ὁ Tesab (Ζεύς) ἔκαμε πόλεμο κατά τοῦ πατέρα του Kumarbi καί μέ τή βοήθεια τοῦ τέρατος Ullikummi (Τυφωέως) τοῦ πῆρε τό θρόνο (Μεγάλη Ελλ. Εγκυκλ. Φοίνιξ, τομ.Ι. σελ.145).
Ὁ Δίας εἶναι ὁ Dyaus – Pitar θεός τῆς βροχῆς καί τοῦ κεραυνοῦ «ἀσφαλῶς ἰνδογερμανικῆς ἀρχῆς» (Μεγάλη Ἑλληνική Ἐγκυκλοπαίδεια Φοίνιξ, τόμ. Ι, σελ. 144), ὁ ὁποῖος ἐπεκράτησε τελικά ὡς ἡ κυριώτερη θεότητα σέ ὅλους τούς λαούς τῆς Ἰνδοευρωπαϊκῆς ὁμοεθνίας. Ἀνάγεται σύμφωνα μέ διαπρεπεῖς μελετητές στήν πατριαρχική δομή τῶν κοινωνιῶν τῶν Ἀρίων (ΘΗΕ,τόμ.5, στ.607). Στήν Ἑλλάδα πῆρε τό ὄνομα Δίας, στούς Ρωμαίους Jupiter, στούς Κέλτες Dagnde, στούς Τεύτονες Thor ἤ Donar, στούς Σκανδιναβούς Voda, στούς Λιθουανούς Divaitis, κλπ. Πρόκειται βεβαίως γιά τήν ἴδια θεότητα, διότι σέ ὅλες τίς θρησκεῖες τῶν προαναφερομένων λαῶν ἔχει τά ἴδια ἀκριβῶς χαρακτηριστικά!
Ἡ Ἥρα προέρχεται ἀπό τήν σανσκριτική ρίζα swar, πού σημαίνει τόν οὐρανό, ὅπως ἀπέδειξαν οἱ διακεκριμένοι μελετητές Leo Meyer Bemerk καί G. Curtius. Εἶναι καί αὐτή ἀναμφίβολα ἰνδογερμανικῆς προελεύσεως. Λατρευόταν ἀπό τούς Ἰνδοευρωπαίους ὡς ἡ σύζυγος τοῦ Οὐρανοῦ καί μητέρα τῆς Γῆς, ἡ ὁποία γεννᾶ καί τρέφει τά πάντα. Τό ἴδιο πίστευαν καί οἱ Ἕλληνες γιά τήν Τιτανίδα Ἥρα. Ὡς σύζυγος (καί ἀδελφός) τοῦ «ὑπάτου τῶν θεῶν» θεωροῦνταν ἡ μεγάλη σύζυγος καί ἡ τροφός θεῶν καί ἀνθρώπων! Κάποιοι εἶδαν στό ὄνομα Ἥρα τό θηλυκό τοῦ ἥρωα καί τήν ταύτισαν μέ τό ἰνδικό Ujnoti (Προστάτης), (ΘΗΕ,τόμ.6,στ.57). Στή ρωμαϊκή θρησκεία ὀνομαζόταν Hera.
Ἡ Ἀθηνᾶ εἶναι ἀλλοιωμένος τῦπος τῆς σανσκριτικῆς λέξεως Ahana πού σημαίνει αὐτή πού καίει. Ὁ Schwartz μάλιστα τήν ἀποκαλεῖ ὡς θεά τῆς ἀστραπῆς καί ἀναλύοντας τό ἐπίθετο «Τριτογένεια» τήν ταυτίζει ἀπόλυτα μέ τήν Ἰνδική θεά Trita, ἡ ὁποία ἀναφέρεται στίς Βέδδες καί ἔχει ταυτόσημες ἰδιότητες μέ τήν Ἀθηνᾶ (P. Decharme, ὅπου ἀνωτ. σελ 122). Κατ’ ἄλλους εἶναι μετεξέλιξη τῆς κρητομινωϊκῆς «μεγάλης θεᾶς». Ἄλλοι ἐπίσης ταυτίζουν τήν Ἀθηνᾶ μέ τήν αἰγυπτιακή θεά Νηίθ (ΘΗΕ,τόμ,1, στ.598), διότι τά χαρακτηριστικά της εἶναι ταυτόσημα.
Ἡ Ἑστία εἶναι καί αὐτή ἰνδογερμανικῆς προελεύσεως. Ἦταν ἡ προσωποποίηση τοῦ ἐφεστίου πυρός. Τό «ἱερό πῦρ» εἶχε μεγάλη σημασία γιά τούς Ἀρίους. Οἱ Ἕλληνες συνέχισαν τήν ἀρεία πίστη στή δύναμη τοῦ «ἱεροῦ πυρός» καί γι’ αυτό τό διατηροὺσαν ἄσβεστο στό δελφικό ἱερό. Ἡ Ἑστία λατρευόταν καί ἀπό ἄλλους λαούς. Στούς Ρωμαίους ὀνομαζόταν Vesta.
Ὁ Ἀπόλλων, μία ἀπό τίς κορυφαῖες θεότητες τοῦ δωδεκαθέου, ἀναμφίβολα ἕλκει καί αὐτός τήν προέλευσή του στούς ἰνδοευρωπαίους. Ἡ λατρεία του εἶχε μεγάλη ἐξάπλωση στούς Ἀρίους καί σέ ὁλόκληρη τήν Ἀνατολή. Ὑπῆρξε συγγενής θεότητα τῶν βεδδικῶν ἡλιακῶν θεοτήτων Hindous, Sourya καί Roudra. Ἡ γνωστή μυθολογική διήγηση γιά τήν νίκη τοῦ δράκοντα Πύθωνα εἶναι κοινή σέ ὅλες τίς φυλές τῆς ἄριας ὁμοεθνίας. Στίς Βέδδες περιγράφεται ἡ νίκη τοῦ θεοῦ τοῦ φωτός Indra κατά τοῦ ὄφη Ahi ἤ τοῦ Vitra, οὐράνιου δράκοντα τοῦ ὁποίου θραύει τήν κεφαλή. Στήν Avesta τῶν Περσῶν ὁ ἡλιακός θεός Μίθρας φονεύει τόν ὄφη – σύμβολο τοῦ Ariman. Τό ἴδιο κάνει καί ὁ ὑπερβόρειος Siegfrid. Σύμφωνα μέ τόν πολύ Max Muller, ὁ Ἀπόλλων σχετίζεται μέ τή Δάφνη καί ἰσχυρίζεται ὁ διακεκριμένος ἐπιστήμων ὅτι ἡ λέξη προέρχεται ἀπό τήν σανσκριτική λέξη dahana, ἀπό τή ρίζα dah, πού σημαίνει τόν καίοντα, τόν φωτεινό, καί ὅπως εἶναι γνωστό ὁ Ἀπόλλων ἦταν θεός τοῦ φωτός καί μάλιστα ταυτιζόταν μέ τόν ἥλιο! Ἔρευνες ἐπίσης στήν Ἀνατολή ἀποκάλυψαν ὅτι ὁ Ἀπόλλων ἦταν ὁ έπιφανής θεός τῶν Χετταίων Apulunas (προστάτης τῶν πυλῶν), (R.Hrozny, παρά G.Meautiw,Muthologie graegue Neuchatel (Suisse) 1959,σελ. 84). Ὅτι ὁ Ἀπόλλων ἦταν θεός τῶν Χετταίων ἀποδεικνύεται περίτρανα ἀπό τίς διηγήσεις τοῦ Ὁμήρου ὡς προστάτη τῶν Τρώων καί φοβερό πολέμιο τῶν Ἑλλήνων (ΘΗΕ, τόμ. 6. στ.1120)! Ὁ Ὅμηρος (Ἰλ.Β΄,84) χαρακτηρίζει ἐπίσης τόν Ἀπόλλωνα ὡς «Λυκηγενῆ», δηλαδή μαρτυρεῖ ὅτι κοιτίδα τῆς λατρείας του ἦταν ἡ χώρα τῶν Λυκίων τῆς Μ. Ἀσίας. Κατά πᾶσαν πιθανότητα ἀπό ἐκεῖ πέρασε ἡ λατρεία του στήν Ἀθήνα (Λυκαβητός) (ΜΕΕ, τόμ.Ε΄, σελ.180). Οἱ Πέρσες λάτρευαν τόν Ἀπόλλωνα στό πρόσωπο τῆς ἡλιακῆς θεότητας τοῦ Μίθρα. Οἱ Τυρρηνοί τόν λάτρευαν ὡς Aplu ἤ Apulu. Οἱ Ρωμαῖοι τόν λάτρευαν ὡς Medicum καί εἶχαν καθιερώσει ἑτήσιες ἑορτές τά Ludi Apollinares.
Ἡ «ἀδελφή» του Ἄρτεμη, ἕλκει καί αὐτή τήν καταγωγή της στήν Ἀνατολή, προῆλθε πιθανώτατα ἀπό ἀντίστοιχη ἄγρια ταυρική θεά, στήν ὁποία γινόταν φρικτές ἀνθρωποθυσίες. Ἡ θυσία τῆς Ἰφιγένειας καί ἡ μεταφορά της στήν χώρα τῶν Ταυρίων δείχνει ξεκάθαρα τήν σχέση τῆς Ἀρτέμιδος μέ τήν Ταυρία θεά. Οἱ Πέρσες τήν λάτρευαν, σύμφωνα μέ τόν Ἡρόδοτο (Ἱστ. Β΄, 137,156), τή δική τους Ἄρτεμη μέ τό ὄνομα Βούβαση καί οἱ Ρωμαῖοι τή λάτρευαν ὡς Diana. Ὁ Ἡρόδοτος ταυτίζει ἐπίσης τήν Ἄρτεμη μέ τήν ἄγρια θρακική θεά Βένδη. Μάλιστα στόν Πειραιᾶ μέχρι τά μέσα τοῦ 5ου αἰῶνα γινόταν ἑτήσιες ἑορτές τά Βενδίδεια (ΜΜΕ,τόμ.Ε΄,σελ. 692). Στήν Ἑλλάδα ἦρθε ἡ λατρεία της ἀπό τήν Μ. Ἀσία, ὅπου ταυτίστηκε μέ τήν φρυγική Ρέα καί ἀργότερα μέ τήν Κυβέλη.
Ὁ Ἑρμῆς εἶναι πανομοιότυπος μέ τόν θεό τῶν Ἰνδῶν Σαραμέγια Ἑρμεία. Στίς Βέδδες ἀναφέρεται ὡς θεός τοῦ ὕπνου, ὅπως ἀπέδειξε ὁ Max Muller. Τό ἴδιο καί ὁ Ἑρμῆς συσχετίζονταν μέ τό θάνατο, ὡς ψυχοπομπός. Ὅπως ὁ Dyaus – Δίας, ἔτσι καί ὁ Σαραμέγια – Ἑρμῆς κατέστη ἐπιφανής θεός στίς θρησκεῖες τῆς ἰνδοευρωπαϊκῆς ὁμοεθνίας, (π.χ. στούς Ρωμαίους ἔγινε Mercury).
Ὁ Ἥφαιστος, σύμφωνα μέ τόν Max Muller, ταυτίζεται μέ τόν θεό τοῦ πυρός καί τῶν ἀστραπῶν τῶν Βεδδῶν Giavishtha. Κοινή εἶναι ἄλλωστε στούς λαούς τῆς Ἄριας ὁμοεθνίας ἡ παράδοση γιά θεούς τῆς φωτιᾶς (ΜΕΕ,τόμ.ΙΒ΄σελ.415). Ὁ Ἡρόδοτος ταυτίζει τόν Ἥφαιστο μέ τόν αἰγύπτιο θεό Ftha. Οἱ Ρωμαῖοι τόν λάτρευαν ὡς Vulcanus (προσωποποίηση τοῦ πυρός) καί εἶχαν καθιερώσει ἑορτή, τά Βουλκάνεια (Ἡφαίστεια).
Ὁ Ἄρης προέρχεται ἀπό τήν σανσκριτική ρίζα mar καί ταυτίζεται μέ τόν βεδδικό θεό Maruts, πού σημαίνει αὐτόν πού συντρίβει καί καταστρέφει καί ἦταν ὁ θεός τῆς καταιγίδας. Ὁ Ἡρόδοτος (Ἱστ. Δ΄,59) ἀναφέρει ὅτι ὁ Ἄρης ταυτίζεται μέ ἀντίστοιχο ἄγριο, αἱμοβόρο καί πολεμοχαρῆ θεό τῶν Σκυθῶν, στόν ὁποῖο γινόταν φρικτές ἀνθρωποθυσίες. Ἐπίσης ταυτιζόταν καί μέ τόν ἀσσυριακό καί βαβυλωνιακό Βήλ. Ἡ λατρεία τοῦ ἄγριου θεοῦ τοῦ πολέμου καί τῆς καταστροφῆς ὑπῆρξε ἰδιαίτερα ἀγαπητή στούς θράκες καί ἀπό ἐκεῖ διαδόθηκε στήν ὑπόλοιπη Ἑλλάδα. Στούς Ρωμαίους λατρευόταν ὡς Mars.
Ἡ Ἀφροδίτη προέρχεται ἀναμφισβήτητα ἀπό τήν Ἀσσυρία. Ὁ Ἡρόδοτος ἀναφέρει λεπτομέρειες γιά τήν εἴσοδο τῆς λατρείας της στήν Ἑλλάδα (Ἱστ.Βιβλ.Α,105). Πρόκειται γιά τήν πορνική θεά Ἰστάρ ἤ Ἀστάρτη, τῆς ὁποίας ἡ λατρεία πέρασε ἀπό τή Φοινίκη στήν Κύπρο, στά Κύθηρα καί κατόπιν στήν ὑπόλοιπη Ἑλλάδα!
Ἡ Δήμητρα (θεά Γῆ) εἶναι προφανῶς ἐξέλιξη τῆς κρητομινωϊκῆς λατρείας τῆς «Μεγάλης Μητέρας», ὅμως προσέλαβε στήν ἱστορική πορεία της πολλά ξενικά στοιχεῖα. Ὁ Ἡρόδοτος (Ἱστ. ΙΙ,171) ἀναφέρει πώς ἡ λατρεία τῆς Δήμητρας ἦρθε ἀπό τήν Αἴγυπτο, τήν ἔφεραν στήν Ἑλλάδα οἱ θυγατέρες τοῦ Δαναοῦ. Ἴσως νά πέρασε κατ’ ἀρχήν στήν Κρήτη καί ἀπό ἐκεῖ στήν ὑπόλοιπη Ἑλλάδα. Στήν Ρίγκ-Βέδδα ἀναφέρεται ἡ θεά Γῆ, ἡ ὁποία εἶναι σύζυγος τοῦ θεοῦ Οὐρανοῦ «ὡς ἀθάνατο ζεῦγος, τούς δύο μεγάλους τοῦ κόσμου γονεῖς» (μετ.Langlois, τόμ. ΙV, ΣΕΛ. 38). Τό ἴδιο καί στήν ἑλληνική μυθολογία ἀναφέρεται ὡς μία ἀπό τίς ἀρχέγονες θεότητες τιτανίδες καί ταυτίστηκε μέ τή θεά Γῆ. Στούς Κέλτες λατρευόταν ὡς Deva. Ἡ φρυγική θεά Ρέα καί ἀργότερα ἡ Κυβέλη ταυτίστηκαν μέ τήν Δήμητρα καί ὅλες αὐτές μέ τήν Ἄρτεμη! Κάποιοι ἄλλοι τήν ταύτιζαν μέ τήν δωδωνιαία Διώνη!
Ὁ Ἅδης τέλος ταυτίζεται μέ τόν βεδδικό θεό Aditi ἤ Aditya (P. Decharme, σελ.473). Ἀλλά καί «μικρότερες» θεότητες τῆς ἑλληνικῆς μυθολογίας εἶναι ξένα δάνεια. Οἱ Χάριτες γιά παράδειγμα εἶναι οἱ βεδδικές θεότητες Harites, οἱ Ἄρπυες εἶναι ἐπίσης οἱ βεδδικοί δαίμονες Marouts (ΜΕΕ,τόμ.Ε΄,σελ.653).
Ὅμως δέν εἶναι μόνο οἱ ὀλύμπιοι θεοί πού προῆλθαν ἀπό ξένες θεότητες. Γύρω στό 800 π.Χ. ἔκαμε τήν ἐμφάνισή της μία ἀκόμα πίστη, ὁ ὀρφισμός, ὁ ὁποῖος εἰσέβαλε στόν ἑλληνικό χῶρο ἀπό τή Θράκη. Κύριο πρόσωπο λατρείας τῆς θρησκείας αὐτῆς ἦταν ὁ θεός Διόνυσος, ὁ ὁποῖος ἕλκει τήν καταγωγή του στήν Φρυγία τῆς Μ. Ἀσίας. Ἀπό ἐκεῖ πέρασε στή Θράκη καί κατόπιν στήν ὑπόλοιπη Ἑλλάδα καί τελικά ἐπεκράτησε στούς Ἕλληνες, χωρίς νά συμπεριληφθεῖ ποτέ στό δωδεκάθεο. Μετά τόν 6ο αἰῶνα μάλιστα ἀνήχθη σέ κύρια λατρεία καί στούς κλασσικούς καί μετέπειτα χρόνους παραγκώνισε ὁ νεοφανής ξενικός αὐτός θεός τό δωδεκάθεο. Ἡ ὀργιαστική βακχική λατρεία, παραμέρισε τήν «ἤπια» λατρεία τῶν ὀλυμπίων θεεῶν.
Στούς ἑλληνιστικούς χρόνους, ὅταν ὁλόκληρος ὁ κόσμος «ἑνοποιήθηκε», εἰσέβαλαν στόν ἑλληνικό χῶρο πληθώρα ἀνατολικῶν μυστηριακῶν θρησκειῶν, ὅπως τῶν αἰγυπτιακῶν ἐπιφανῶν θεῶν Ἴσιδος καί Ὄσιρη, τῆς φρυγικῆς Κυβέλης, τοῦ συριακοῦ Ἄδωνη, τοῦ ἰρανικοῦ Μίθρα, κ. ἄ., διότι τό δωδεκάθεο μαζί μέ ὅλες τίς μορφές λατρείας του δέν μποροῦσε νά ἱκανοποιήσει πιά τίς ἐξελιγμένες μεταφυσικές ἀνάγκες τῶν Ἑλλήνων. Ἐπίσης ἡ ἄγρια κριτική τῶν ἐπιστημόνων καί τῶν ἄλλων σοφῶν προγόνων μας εἶχε περιθωριοποιήσει πρό πολλοῦ τήν παράλογη αὐτή πίστη. Τό ἀποτέλεσμα ἦταν νά ἐξοβελίσουν κυριολεκτικά οἱ ἀνατολικές θρησκεῖες τό δωδεκάθεο καί νά ἐπικρατήσουν σέ ὁλόκληρη τήν Ἑλλάδα! Ὁ Πλούταρχος (46-127 μ.Χ.) στό ἔργο του «Περί Ἴσιδος καί Ὀσίριδος» ἀναφέρει πώς ἡ ἐπικράτηση τῶν αἰγυπτιακῶν αὐτῶν θεοτήτων ἦταν τόσο δυναμική, ὥστε ἐγκαταστάθηκαν ἀκόμα καί σ’αὐτό τό δελφικό ἱερό, τό κέντρο τῆς ἀρχαιοελληνικῆς θρησκείας! Ὁ Παυσανίας ( 2ος μ.Χ. αἰών) ἀναφέρει πώς ἡ αἰγυπτιακή Ἴσις εἶχε ἐκτοπίσει τή Λαφρία Ἀρτέμιδα ἀπό τό ἱερό της στήν Τιθορέα τῆς Βοιωτίας. Ἐπίσης σέ πρόσφατες ἀνασκαφές στό Δίον, κάτω ἀπό τόν Ὄλυμπο, ἀνακαλύφθηκε πελώριος ναός καί ἄγαλμα τῆς Ἴσιδος. Οἱ Ἕλληνες σέ ὅλη τήν Ἑλλάδα λάτρευαν μέ πάθος τήν ξενική θεά καί τήν ἀνήγαγαν σέ ὕψιστη θεότητα, παραγκωνίζοντας τήν παραδοσιακή θρησκεία, ἡ ὁποία ὅδευσε ραγδαῖα πρός τήν τέλεια παρακμή της.
Στούς ρωμαϊκούς χρόνους ἔχουμε τήν ἐμφάνιση καί ἀνάπτυξη τοῦ μυστικοπαθοῦς θρησκευτικοφιλοσοφικοῦ κινήματος τοῦ νεοπλατωνισμοῦ, τό ὁποῖο ἐπιστρατεύτηκε νά ἀναχαιτίσει, χωρίς ἀποτέλεσμα, τόν ἀνερχόμενο Χριστιανισμό. Ἦταν ἕνα κράμα ἰουδαϊκῶν, ἰρανοπερσικῶν καί μαγικῶν στοιχείων, ἀναμειγμένα μέ τήν πλατωνική φιλοσοφία. Τό συγκρητιστικό αὐτό σύστημα ὑπῆρξε, σύμφωνα μέ τόν ἀείμνηστο φιλόσοφο καί ἀκαδημαϊκό Ι.Θεοδωρακόπουλο, ἡ ταφόπετρα τῆς ἀρχαιοελληνικῆς φιλοσοφίας! Μαζί μέ τόν νεοπλατωνισμό ἔσβησε καί ἡ ἀρχαιοελληνική θρησκεία.
Ἀκοῦμε ἀπό τούς «ἀρχαιολάτρες» νά ὁμιλοῦν γιά «τρεῖς χιλιάδες», «ἑπτά χιλιάδες», «δώδεκα χιλιάδες», ἀκόμα καί «εἴκοσι χιλιάδες χρόνια ἑλληνικῆς θρησκείας» παραμερίζοντας ὅλα τά ἐπιστημονικά στοιχεῖα, πού δίνουν τήν πραγματική ἱστορία τῆς ἀρχαιοελληνικῆς θρησκείας, τῶν ὀποίων ὁρισμένα ψήγματα παραθέσαμε σέ αὐτό τό ἄρθρο. Δέν μᾶς ἐκπλήσσει αὐτός ὁ ἀνιστόρητος καί ἀντιεπιστημονικός τους ἰσχυρισμός, διότι δέν εἶναι ὁ μόνος. Ἡ ἀλήθεια ἐνοχλεῖ ἀλλά πρέπει νά λέγεται. Ἡ ξενικῆς ἐπίδρασης θρησκεία τοῦ δωδεκαθέου δέν ἔχει περισσότερο ἀπό 1500 χρόνια ὕπαρξης καί ὡς κύρια θρησκεία τῶν Ἑλλήνων δέν ξεπερνᾶ τά 500 χρόνια!
Κατόπιν αυτοῦ γιά ποιά «γηγενῆ» καί «γνήσια ἑλληνική» θρησκεία ὁμιλοῦν οἱ «ἀρχαιολάτρες»; Γιά ποιά πατρώα θρησκεία ὁμιλοῦν, ὅταν ὅλες οἱ παραπάνω μορφές θρησκευτικότητας ὑπῆρξαν «πατρῶες θρησκεῖες»; Ἡ τοτεμική, φετιχιστική καί ἀνιμιστική μορφή λατρείας τῶν Πελασγῶν δέν ἦταν «πατρώα θρησκεία»; Ἡ θρησκεία τῶν πρωτοελλήνων δέν ἦταν «πατρώα θρησκεία»; Ὁ μυστικοπαθής ὀρφισμός δέν ἦταν «πατρώα θρησκεία»; Ὁ ὀργιαστικός βακιχισμός δέν ἦταν «πατρώα θρησκεία»; Ἡ λατρεία τῆς Ἴσιδος, τῆς Κυβέλης, τοῦ Μίθρα δέν ἦταν «πατρώα θρησκεία»; Ὅλες αὐτές οἱ μορφές θρησκευτικότητας καλύπτουν ὁλόκληρη τήν ἀρχαιότητα. Γιατί τό δωδεκάθεο νά ἀποτελεῖ ἐξαίρεση; Μήπως ὅλοι αὐτοί οἱ λατρευτές δέν ὑπῆρξαν πρόγονοί μας;
Τό πόσο «ἑλληνική» ἦταν ἡ ἀρχαιοελληνική θρησκεία τό γνωρίζουν πολύ καλά καί οἱ ἴδιοι οἱ «ἀρχαιολάτρες». Ὅμως ὁ φανατισμός, ἡ ἡμιμάθεια καί προπαντός ἡ ἐμπάθεια πρός τόν Χριστιανισμό δέν τούς ἀφήνει νά δοῦν μέ ξεκάθαρο μάτι τήν οἰκτρή πλάνη τους. Ἄς πάψουν πιά νά ὁμιλούν γιά «ἑλληνική» ἀρχαία θρησκεία καί γιά «ξενική» χριστιανική θρησκεία. Ἄς ἀνοίξουν τά μυωπικά πνευματικά τους μάτια γιά νά διαπιστώσουν ὅτι (οἱ περισσότεροι τουλάχιστον ἀπό αὐτούς) εἶναι ἀκούσια ὄργανα τοῦ διεθνοῦς ἀποκρυφισμοῦ, τῆς Νέας Ἐποχῆς (New Age), τῆς «ὁποίας ἐξυπηρετοῦνται τά καταχθόνια σχέδια μέ τόν καλλίτερο τρόπο, μέ τήν ἀναβίωση τῶν αρχαίων παγανιστικῶν θρησκειῶν. Γιά τοῦ λόγου τό ἀληθές ἄς συγκρίνουν τίς «θρησκευτικές»
ἀρχές τῆς Νέας Ἐποχῆς καί τῆς θρησκείας τοῦ δωδεκαθέου καί θά διαπιστώσουν μιά καταπληκτική ταυτότητα! Πάντως ὡς πρός τήν «ἑλληνικότητα» τῆς ἀρχαίας θρησκείας προσπαθοῦν νά πείσουν μόνο τόν ἑαυτό τους…