Οι συζητήσεις και οι αποφάσεις της Ι.Σ της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος. 3,4,5,6 Οκτωβρίου 2017

  Πρώτη συνεδρία της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας (3/10/2017)

Συνήλθε σήμερα Τρίτη, 3 Οκτωβρίου 2017, σε πρώτη τακτική Συνεδρία η Ιερά Συνοδος της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, υπό την Προεδρία του Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Ιερωνύμου, στην Αίθουσα Συνεδριών της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας.

Προ της Συνεδρίας ετελέσθη Αρχιερατική Θεία Λειτουργία στο Καθολικό της Ιεράς Μονής Ασωμάτων Πετράκη, ιερουργήσαντος του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Καρπενησίου κ. Γεωργίου.

Περί την 9η πρωινή, στη μεγάλη Αίθουσα των Συνεδριών της Ιεράς Συνόδου, εψάλη η Ακολουθία για την έναρξη των εργασιών της Ιεράς Συνόδου. Αναγνωσθέντος του Καταλόγου των συμμετεχόντων Ιεραρχών, διεπιστώθη απαρτία.

Ακολούθως, συνεκροτήθη η Επιτροπή Τυπου από τούς Σεβασμιωτάτους Μητροπολίτες Δημητριάδος και Αλμυρού κ. Ιγνάτιο, Σύρου, Τήνου, Άνδρου, Κέας και Μήλου κ. Δωρόθεο και Πατρών κ. Χρυσόστομο.

Στη συνέχεια ο Μακαριώτατος Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Ιερώνυμος, ως Πρόεδρος του Σώματος της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας προσεφώνησε τα Μέλη Αυτής ευχαριστώντας τους Σεβασμιωτάτους Αρχιερείς για την προσέλευσή τους στην Συνεδρίαση. Ακολούθως κατέθεσε στοιχεία αναφορικά με τα θέματα των Εισηγήσεων, οι οποίες πρόκειται να αναγνωσθούν κατά τη διάρκεια των εργασιών της Ιεράς Συνόδου και έχουν ως θέματα τις σχέσεις Εκκλησίας και Πολιτείας και τον θεολογικό διάλογο μεταξύ Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικών.

Ως προς το πρώτο θέμα ο Μακαριώτατος ανέφερε αρχικά ότι σε λίγο χρόνο συμπληρώνονται διακόσια χρόνια από την κήρυξη της Επαναστάσεως του 1821 και διερωτήθηκε: «Γιατί σε μια τόσο μεγάλη χρονική διάρκεια τόσος παραπικρασμός, τόσες αντιπαραθέσεις μεταξύ Εκκλησίας και Πολιτείας; Γιατί δεν μπόρεσαν οι δύο αυτοί, κύρια υπεύθυνοι, να φανούν αντάξιοι μιας βαρειάς Εθνικής Κληρονομιάς υπερβαίνοντας καθημερινές μικρότητες και εγωισμούς;» Ερμηνεύοντας διαχρονικά τις κατά καιρούς δυσκολίες στις σχέσεις Εκκλησίας και Πολιτείας επισήμανε ότι από τον βασιλέα Όθωνα και την Αντιβασιλεία ως σήμερα η τακτική της Πολιτείας έναντι της Εκκλησίας είναι όχι μόνο σχεδόν η ίδια, αλλά προστίθενται συνεχώς και άλλα πολυποίκιλα και σύγχρονα τεράστια προβλήματα.

Δεν είναι εύκολο, ανέφερε ο Μακαριώτατος Αρχιεπίσκοπος, να αντιμετωπισθούν όλα αυτά τα προβλήματα, αλλά δεν είναι και ακατόρθωτο. «Αρκεί να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις και εις τους δύο χώρους και αυτές είναι: Η ειλικρίνεια, ο σεβασμός, η Αγάπη για την αλήθεια και το συμφέρον της πατρίδος. Μακριά από προκαταλήψεις, ιδεοληψίες και δογματισμούς».

Ως προς το θέμα του θεολογικού διαλόγου μεταξύ Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικών ο Μακαριώτατος ανέφερε ότι ο θεολογικός διάλογος με σκοπό την ανάδειξη της Αλήθειας και η επιθυμία για επίτευξη της ενότητας είναι χαρακτηριστικά της Ορθόδοξης Εκκλησίας, γι’ αυτό και δεν αποτελεί σύγχρονο εφεύρημα στη ζωή της, αλλά αρχαία πρακτική. Η Ορθόδοξη Εκκλησία συμμετέχει σε κάθε διάλογο χωρίς να αθετεί ποτέ την δογματική διδασκαλία της και την παράδοσή της.

Κάνοντας μνεία της αποφασιστικής συμβολής του συγκεκριμένου διαλόγου ώστε να αναδειχθούν και να καταστούν αποδεκτά από μέρους των Ρωμαιοκαθολικών αρκετά σημεία από την εκκλησιολογία της Αρχαίας Εκκλησίας τα οποία διαφύλαξε, ανέδειξε και προσέφερε ανόθευτα η Ορθόδοξη Εκκλησία μέσα από αυτόν τον Διάλογο, τόνισε: «Οι υπάρχουσες διαφορές δεν μπορούν να λυθούν έξω από το πλαίσιο του διαλόγου, αφού αποτελεί το μοναδικό και πρόσφορο μέσο για την επίλυσή τους. Αυτό αποδεικνύει η ίδια η ιστορία της Εκκλησίας». Γι’ αυτό και επισήμανε κλείνοντας την αναφορά του στο θέμα αυτό, ότι «είναι απαραίτητη μία συνεχής αξιολόγηση της πορείας του συγκεκριμένου Θεολογικού Διαλόγου, με ειλικρίνεια και με επιδίωξη την ‘’υπέρ της αληθείας’’ διακονία και όχι την ‘’κατά της αληθείας’’ (Β’ Κορ. 13,8) συνέχιση του παρόντος Διαλόγου, ώστε να προληφθούν τα αδιέξοδα και να συνεχίσουμε τον παρόντα Θεολογικό Διάλογο ‘’εν αγάπη και αληθεία’’».

Κατόπιν ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Καρυστίας και Σκύρου κ. Σεραφείμ, ως αντιπρόεδρος της Ιεραρχίας, αντιφώνησε εκ μέρους των Σεβασμιωτάτων Ιεραρχών.

Στη συνέχεια παρουσιάσθηκαν οι Εκθέσεις Πεπραγμένων των Συνοδικών Επιτροπών για το εκκλησιαστικό έτος 2016-2017 από τους Σεβασμιωτάτους Προέδρους αυτών και ακολούθησε συζήτηση. Ακολούθως εγκρίθηκε ο Κατάλογος των προς Αρχιερατείαν Εκλογίμων.

Μετά το διάλειμμα ανέγνωσε την Εισήγησή του ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Διδυμοτείχου, Ορεστιάδος και Σουφλίου κ. Δαμασκηνός με θέμα: «Μύθοι και πραγματικότης επί του θέματος των σχέσεων Εκκλησίας και Πολιτείας».

Δεύτερη συνεδρία της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας  (4/10/2017).

Συνήλθε σήμερα Τετάρτη, 4 Οκτωβρίου 2017, στη δεύτερη Τακτική Συνεδρία της η Ιερά Συνοδος της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, υπό την Προεδρία του Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Ιερωνύμου, στην Αίθουσα Συνεδριών της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας.

Μετά την προσευχή ανεγνώσθη ο Κατάλογος των συμμετεχόντων Ιεραρχών και διαπιστώθηκε απαρτία. Κατόπιν επικυρώθηκαν τα Πρακτικά της χθεσινής Συνεδρίας.

Η Ιερά Σύνοδος της Ιεραρχίας, εξ αφορμής της Εισηγήσεως του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Διδυμοτείχου, Ορεστιάδος και Σουφλίου κ. Δαμασκηνού με θέμα: «Μύθοι και πραγματικότης επί του θέματος των σχέσεων Εκκλησίας και Πολιτείας, εν όψει της Συνταγματικής αναθεωρήσεως» σημειώνει, ότι ο επανακαθορισμός των σχέσεων Εκκλησίας – Πολιτείας είναι υπόθεση πολύπλοκη, ευαίσθητη και πολυδιάστατη. Συγκεκριμένα η Εκκλησία διασαφηνίζει ότι:

1. Οποιαδήποτε πρόταση αναθεώρησης του Συντάγματος (άρθρο 110 παρ. 2) απόκειται στην πρωτοβουλία της Βουλής. Επομένως η οποιαδήποτε συζήτηση γύρω από το θέμα αυτό θα γίνει με διακομματική Επιτροπή των Κοινοβουλευτικών Κομμάτων και όχι με εκπροσώπους της Κυβέρνησης. Παράλληλα η Εκκλησία, οφείλει να ορίζει τις σχέσεις της προς την Πολιτεία με όρους κοινωνίας και όχι με όρους ιδεολογίας, δεν γνωρίζει τον όρο “χωρισμός” στην πνευματική της αποστολή, αφού δεν μπορεί να τον εφαρμόσει στην κοινωνία, έστω και αν επιβληθή μονομερώς από την Πολιτεία με ιδεολογικούς όρους, γι’ αυτό την οριστική απάντηση στο ζήτημα αυτό την δίνει πάντοτε, «θάττον ή βράδιον» ο ίδιος ο ευλαβής ελληνικός λαός. Η Εκκλησία … δεν μπορεί να ζητήσει ποτέ τον χωρισμό από το λαό της, γιατί αυτό επιδιώκεται. Η Εκκλησία υπήρξε, είναι και θα υπάρχει μάνα αυτού του λαού με ό,τι αυτό σημαίνει. Η Πολιτεία αν το θελήσει και έχει την συγκατάθεση αυτού του λαού, ας το επιχειρήσει τηρώντας βεβαίως τις υποχρεώσεις που έχει αναλάβει απέναντι της Εκκλησίας .

2. Ουδεμία απαίτηση από την Ευρωπαϊκή Ένωση και το Συμβούλιο της Ευρώπης υφίσταται, ως επιχείρημα, για τον τρόπο καθορισμού του πλαισίου των σχέσεων. Αντίθετα μάλιστα κάθε Κράτος-Μέλος της Ευρωπαϊκής Ενώσεως ή Κράτος Μέρος της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Δικαιωμάτων του Ανθρώπου είναι ελεύθερο με βάση τα ιστορικά και πολιτιστικά δεδομένα του να οριοθετήσει τη σχέση του με τα υποκείμενα θρησκευτικά σώματα ή κοινότητες και συγχρόνως να παράγει εσωτερικό–εθνικό δίκαιο καθόλα αποδεκτό και σεβαστό από το πρωτογενές ενωσιακό δίκαιο και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Για τον λόγο αυτό θρησκευτικοί φορείς με νομική προσωπικότητα δημοσίου δικαίου, αλλά και κρατική μισθοδοσία ή κρατική ενίσχυση της μισθοδοσίας του Κλήρου ή κρατικές επιχορηγήσεις προς τα θρησκεύματα ή μάθημα θρησκευτικών με ομολογιακό χαρακτήρα προβλέπονται στην νομοθεσία πολλών ευρωπαϊκών κράτων. Η διαμόρφωση λοιπόν του οποιουδήποτε νέου πλαισίου σχέσεων ως εσωτερική υπόθεση κάθε Κράτους–Μέλους απαιτεί διάλογο με κύριο άξονα την ιδιοπροσωπία κάθε Κράτους–Μέλους, και μάλιστα όπως αυτή περιγράφεται από την ιστορική και πολιτιστική κληρονομιά και πραγματικότητα και δεν προκαθορίζεται από οποιοδήποτε ευρωπαϊκό κεκτημένο.

3. Η Εκκλησία κατά την ρύθμιση των σχέσεών Της βασίζεται κυρίως στο άρθρο 13 του Συντάγματος και είναι υποκείμενο θρησκευτικής ελευθερίας και αυτονομίας έναντι του Κράτους. Η Εκκλησία δεν θεωρεί ότι η νομική προσωπικότητα δημοσίου δικαίου χορηγεί στην Πολιτεία το δικαίωμα να νομοθετεί μονομερώς. Ούτε φυσικά η μισθοδοσία είναι ζήτημα θεσμικών σχέσεων, ούτε χορηγεί στην νομοθετούσα Πολιτεία το δικαίωμα ωμής εισόδου σε εκκλησιαστικά θέματα.

4. Η «αποκρατικοποίηση» της Εκκλησίας η επί το θεολογικότερον η «απελευθέρωση της Εκκλησίας από το Κράτος» , δηλαδή η παροχή πλήρους θρησκευτικής αυτονομίας για τα εσωτερικά Της ζητήματα, δεν έχει απολύτως καμία αιτιώδη σχέση με την οποιαδήποτε αλλαγή της νομικής προσωπικότητας των εκκλησιαστικών φορέων από δημοσίου δικαίου σε ιδιωτικού δικαίου. Επίσης πρέπει να καταστεί σαφές ότι η νομική προσωπικότητα της Εκκλησίας είναι ζήτημα που ρυθμίζει ο νομοθέτης κατά το άρθρο 72 παρ. 1 του Συντάγματος και δεν προκαθορίζεται από το Σύνταγμα. Αντίθετα ο σεβασμός της θρησκευτικής ελευθερίας και της θρησκευτικής αυτονομίας της Εκκλησίας, αλλά και όλων των θρησκευτικών κοινοτήτων προκύπτει ως μονοσήμαντη υποχρέωση για το Κράτος απευθείας από το άρθρο 13 του Συντάγματος και από τα άρθρα 9 και 11 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

5. Η Εκκλησία της Ελλάδος διαλέγεται με το Κράτος, όχι με την ιδιότητα της θρησκευτικής γραφειοκρατίας του Δημοσίου, που αρύεται την ύπαρξή της από την κρατική επίνευση, αλλά ως κοινότητα Κλήρου και Λαού. Η Εκκλησία της Ελλάδος έχει θεοΐδρυτη προέλευση, όπως αναγνωρίζει και το άρθρο 1 του Καταστατικού Χάρτου Της, η δε κοσμική Της έκφανση και λειτουργία υπό την μορφή κοσμικού οργανισμού έχει το ποίμνιό Της ως λαϊκή και δημοκρατική βάση της νομιμοποιήσεώς Της. Είναι φορέας ανθρωπίνων δικαιωμάτων, που συζητεί τα θρησκευτικά του ζητήματα με την κρατική εξουσία, όπως πράττουν και οι συμπολίτες μας άλλων ετεροδόξων και ετεροθρήσκων θρησκευτικών κοινοτήτων.

6. Η Εκκλησία της Ελλάδος δεν μπορεί να δεχθεί οποιαδήποτε συμβολική υποβάθμιση ή θεσμική υποτίμησή Της στο πλαίσιο είτε της αναθεωρήσεως του Συντάγματος είτε τροποποιήσεως της τυπικής, κοινής νομοθεσίας. Οι παραπάνω συμβολισμοί εκφράζουν την πάγια και ιστορική σχέση του Ελληνικού Έθνους με την ορθόδοξη θρησκευτική παράδοση, που έχει πολλές προεκτάσεις πολιτισμικές, κοινωνικές, γλωσσικές και ηθικές στην ιδιοσυγκρασία του σημερινού Έλληνα, τις οποίες ακόμη ψηλαφούμε στην καθημερινότητα των κατοίκων αυτής της χώρας.

7. Με δεδομένο ότι η συνταγματική και διαπιστωτική αναγνώριση της ορθόδοξης χριστιανικής πίστης ως «επικρατούσας θρησκείας» διαδραματίζει ρόλο ενός πληθυσμιακού, ιστορικού και πολιτισμικού τεκμηρίου για τον νομοθέτη, τον δικαστή και την κρατική διοίκηση, η Εκκλησία της Ελλάδος οφείλει να αποσαφηνίσει προς την πολιτική εξουσία ότι η αναγνώριση της ιστορικότητας και της ενεργού θρησκευτικής παραδόσεως του ελληνικού Έθνους στο άρθρο 3 του Συντάγματος, σε καμία περίπτωση δεν επηρεάζει αρνητικά την ισότιμη και πλήρη πρόσβαση κάθε πολίτη ή κατοίκου της Ελλάδας στα συνταγματικά δικαιώματα, ακόμα και εάν δεν είναι Έλληνας το γένος η ορθόδοξος χριστιανός κατά το θρήσκευμα.

8. Το ελληνικό Έθνος είχε μετά τον εκχριστιανισμό του έναν ιστορικά σταθερό πυρήνα, που περιλαμβάνει και την ορθόδοξη θρησκεία. Κατά συνέπεια, η αφαίρεση των στοιχείων θρησκευτικής ταυτότητας του Έθνους από το κείμενο του Συντάγματος θα αποτελούσε προσπάθεια εισαγωγής μίας νέας «εθνολογίας», καθώς αποκόπτει το Έθνος από ένα ουσιώδες περιεχόμενο του πυρήνα της ιστορικότητάς του, της ενεργού παράδοσής του και της παρούσης συλλογικής καθημερινότητάς του. Στο πλαίσιο αυτό δεν νομίζουμε ότι οποιαδήποτε πολιτική δύναμη έχει το δικαίωμα διατύπωσης της δικής της εκδοχής για την ιστορικότητα του Έλληνα μέσα στο Σύνταγμα ή την νομοθεσία, ούτε διαθέτει τη δημοκρατική νομιμοποίηση για να αναθεωρήσει τις ιστορικές παραμέτρους της εθνικής ταυτότητας.

9. Ως προς την σχέση μεταξύ εθνικής – θρησκευτικής «Ταυτότητας» και «Δημοκρατίας». Το ένα δεν αποκλείει, ούτε περιορίζει το άλλο. Η θέση της Εκκλησίας πρέπει να είναι ότι πρόκειται για συμπορευόμενες και μη συγκρουόμενες έννοιες. Συγχέουν διαφορετικά και άσχετα μεγέθη οι αναθεωρητικές προτάσεις να αποσιωπηθούν ή να απαλειφθούν από τον συνταγματικό ή κοινό νομοθέτη αναφορές που δείχνουν αναγνώριση της θρησκευτικής ταυτότητας του ελληνικού Έθνους ως στοιχείο, που επαναλαμβάνει και σε νομικό επίπεδο το Κράτος, ως πολιτικός φορέας του Έθνους.

10. Η Εκκλησία της Ελλάδος οφείλει να προωθεί την πλήρη κατοχύρωση της αυτοδιοίκησής Της και με προσθήκη σαφούς διάταξης ή ερμηνευτικής δήλωσης στο άρθρο 13 του Συντάγματος που θα προστατεύει την θρησκευτική ελευθερία, στόχος από τον οποίο απέχει τόσο και η νομοθεσία όσο και η νομολογία. Το άρθρο 3 αυτήν την στιγμή λειτουργεί ανταγωνιστικά προς το άρθρο 13, καθώς παγίως ερμηνεύεται ότι μέχρι σήμερα από τα δικαστήρια βάσει του άρθρου 3 Συντ. η Πολιτεία μπορεί να νομοθετεί και επί εσωτερικών θρησκευτικών ζητημάτων της ορθόδοξης Εκκλησίας και χωρίς την συναίνεση της τελευταίας και επομένως η Εκκλησία δεν έχει πλήρη τα δικαιώματα θρησκευτικής αυτονομίας, που προκύπτουν από το άρθρο 13 για άλλες θρησκευτικές κοινότητες.

11. Η Εκκλησία της Ελλάδος επιθυμεί σχέσεις συνεργασίας με το Κράτος, διατηρώντας το νομικό status Της. Για τον λόγο αυτό μπορεί να περιληφθεί «νομοθετική εξουσιοδότηση» στο Σύνταγμα προς την Εκκλησία της Ελλάδος, ώστε αυτή να εκδίδει, χωρίς την σύμπραξη της Βουλής, τον Καταστατικό Της Χάρτη και τις διοικητικές πράξεις αυτοοργάνωσής Της.

12. Η Εκκλησία της Ελλάδος θα μπορούσε να ζητήσει την προσθήκη μνείας στο Σύνταγμα ότι η μισθοδοσία του κλήρου και η ενίσχυση της εκκλησιαστικής εκπαίδευσης αποτελεί αναγνώριση των περιουσιακών υποχρεώσεων της Πολιτείας έναντι της Εκκλησίας για την εκκλησιαστική περιουσία, που απέκτησε το Κράτος χωρίς αποζημίωση της Εκκλησίας από την σύσταση του Κράτους και εντεύθεν.

13. Στο πλαίσιο της αναθεωρητικής συζήτησης η Εκκλησία της Ελλάδος, ως κειμένη εντός του κλίματος της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας, στηρίζει την διατήρηση στο Σύνταγμα του κατοχυρωμένου ιδιαίτερου καθεστώτος του Οικουμενικού Πατριαρχείου, του Αγίου Όρους (άρθρο 105) και των λοιπών εκκλησιαστικών δικαιοδοσιών μέσα στην ελληνική επικράτεια, ήτοι Εκκλησία της Κρήτης, Μητροπόλεις Δωδεκανήσου (άρθρο 3 παρ. 2).

Το θέμα της αναθεώρησης του πλαισίου των σχέσεων Εκκλησίας και Πολιτείας στον χώρο της ελληνικής επικράτειας είναι περισσότερο ζήτημα αλλαγής της απαρχαιωμένης τυπικής νομοθεσίας από την Βουλή, και λιγότερο ζήτημα αλλαγής του Συντάγματος, και οπωσδήποτε είναι ένα θέμα πολυσύνθετο, πολύπλοκο, ευαίσθητο, πολυδιάστατο και δαιδαλώδες, εάν λάβουμε υπ’ όψιν μας ότι η διαμόρφωσή του δεν ήταν μία στιγμιαία κατάσταση αλλά αποτελεί καρπό εξελίξεων και διαμόρφωσης.

Προς διαρκή μελέτη του θέματος ωρίσθη Επιτροπή αποτελουμένη εκ των Σεβασμιωτάτων Μητροπολιτών: Θεσσαλονίκης κ. Ανθίμου, Διδυμοτείχου, Ορεστιάδος και Σουφλίου κ. Δαμασκηνού, Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου κ. Ιεροθέου και Πειραιώς κ. Σεραφείμ. Η Διαρκής Ιερά Σύνοδος θα αποφασίσει για τα λαϊκά μέλη της Επιτροπής.

 

Τρίτη συνεδρία της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας (5/10/2017).

Συνήλθε σήμερα Πέμπτη, 5 Οκτωβρίου 2017, στην τρίτη Τακτική Συνεδρία της η Ιερά Συνοδος της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, υπό την Προεδρία του Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Ιερωνύμου, στην Αίθουσα Συνεδριών της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας.

Μετά την προσευχή ανεγνώσθη ο Κατάλογος των συμμετεχόντων Ιεραρχών και διαπιστώθηκε απαρτία. Κατόπιν επικυρώθηκαν τα Πρακτικά της χθεσινής Συνεδρίας.

Ακολούθως, σύμφωνα με την Ημερησία Διάταξη, ανέγνωσε την Εισήγησή του ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Μεσσηνίας κ. Χρυσόστομος με θέμα: «Η πορεία του θεολογικού διαλόγου μεταξύ Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικών. Αξιολόγησις, Προβλήματα, Προοπτικές». Αρχικά έκανε εκτενή αναφορά στην πορεία του θεολογικού διαλόγου από τον Μάιο του 1980 έως και σήμερα επισημαίνοντας ιδιαίτερα, ότι βάση του διαλόγου αυτού ήταν πάντοτε η κοινή παράδοση της Αρχαίας Εκκλησίας.

Περαίνοντας την Εισήγηση αναφέρθηκε στην αξιοποίηση των κοινών Κειμένων μεταξύ Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικών και την μελλοντική πορεία του Θεολογικού Διαλόγου σημειώνοντας ότι τα κοινά Θεολογικά Κείμενα, πέραν από την υπάρχουσα προβληματική ως προς την εκκλησιαστική αποδοχή τους, αναγνωρίζεται ότι αποτελούν πραγματική συνεισφορά στην όλη πορεία και στα όσα θετικά αποτελέσματα επιτεύχθηκαν μέχρι σήμερα και συνέχισε: «Για την Ορθόδοξη Εκκλησία ο διάλογος είναι πάντοτε το sine qua non, όχι μόνο γιατί, όπως αναφέρει ο άγιος Μάρκος ο Ευγενικός, ‘’μέ τον διάλογο αποδεικνύεται ότι οι διαφορές είναι λιγότερες από αυτές που γίνονται όταν δεν διαλεγόμεθα’’ (‘’ότε διίστανται τινές αλλήλων και ου χωρούσι προς λόγους, δοκεί μείζων είναι και η μεταξύ τούτων διαφορά• ότε δ’ εις λόγους συνέλθωσι και εκάτερον μέρος νουνεχώς ακροάσηται τα παρ’ εκατέρου λεγόμενα, ευρίσκεται πολλάκις ολίγη η τούτων διαφορά’’, αλλά κυρίως γιατί η Ορθόδοξη Εκκλησία, έχουσα συνείδηση ότι είναι η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία, συμμετέχει σε κάθε Θεολογικό Διάλογο προκειμένου να προσφέρει την Αλήθεια, την οποία κατέχει, και όχι για να προσλάβει την Αλήθεια. Μέσω του διαλόγου παρέχεται η ευκαιρία στους ετεροδόξους να γνωρίσουν και να αναγνωρίσουν την αυθεντικότητα της πατερικής παράδοσης και την αξία της πατερικής διδασκαλίας, την λειτουργική εμπειρία και την πίστη της Ορθόδοξης Εκκλησίας».

Ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Μεσσηνίας τόνισε ότι οι υπάρχουσες διαφορές δεν μπορούν να λυθούν έξω από το πλαίσιο του Διαλόγου, αφού αποτελεί το μοναδικό και πρόσφορο μέσο για την επίλυσή τους, γεγονός που αποδεικνύεται από την ίδια την ιστορία της Εκκλησίας. Η Ορθόδοξη Εκκλησία μέσα από αυτόν τον Διάλογο ανέδειξε και προσέφερε αρκετά σημεία από την εκκλησιολογία της Αρχαίας Εκκλησίας, τα οποία έγιναν αποδεκτά από μέρους των Ρωμαιοκα-θολικών. «Δυστυχώς όμως», σημείωσε ο Σεβασμιώτατος, «το θετικό αυτό έργο σκιάζεται ή μάλλον εγκλωβίζεται στα ακανθώδη και δισεπίλυτα προβλήματα της εκκλησιαστικής πολιτικής και διπλωματίας, η οποία φαίνεται ότι αποδυναμώνει όλες τις ανωτέρω σταθερές θεολογικές βάσεις αντιμετώπισης των πραγματικών εκκλησιολογικών προβλημάτων, αποπροσανατολίζοντας τον Θεολογικό Διάλογο από την αρχική στοχοθεσία του και δημιουργώντας σύννεφα ή και ‘’παγετώνες’’ στην περαιτέρω πορεία του».

Τέλος, ο Σεβασμιώτατος ανέφερε ότι θεωρεί «απαραίτητη μία επαναξιολόγηση της πορείας του συγκεκριμένου Θεολογικού Διαλόγου, με ειλικρίνεια και με επιδίωξη την ‘’υπέρ της αληθείας’’ διακονία και όχι την ‘’κατά της αληθείας’’ (Β’ Κορ. 13,8) συνέχιση του παρόντος Διαλόγου. Η εφαρμογή της απόφασης της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας, σχετικά με την διαδικασία επαναξιολόγησης και επανεκτίμησης των μέχρι σήμερα αποτελεσμάτων του και της μελλοντικής του πορείας θα ήταν χρήσιμη, ώστε να προληφθούν τα αδιέξοδα και να συνεχίσουμε τον παρόντα Θεολογικό Διάλογο ‘’εν αγάπη και αληθεία’’».

Ακολούθησε ευρύτατος διάλογος επί της Εισηγήσεως, κατά τον οποίο έλαβαν τον λόγο πολλοί Σεβασμιώτατοι Αρχιερείς.

Η Ιερά Σύνοδος της Ιεραρχίας, παρά το γεγονός ότι τα αποτελέσματα του μέχρι σήμερα διεξαχθέντος διαλόγου δεν είναι τα αναμενόμενα, αφού συνεχάρη τα Μέλη της Εκκλησίας της Ελλάδος που συμμετέχουν στον συγκεκριμένο διάλογο, απεφάσισε όπως συνεχίσει να συμμετέχει στον παρόντα διάλογο, υπό την προϋπόθεση των εκκλησιολογικών αρχών, όρων και προϋποθέσεων της Αρχαίας Εκκλησίας, ήτοι της πρώτης χιλιετίας, γι’ αυτό και προτείνει όπως επαναξιολογηθεί η πορεία του συγκεκριμένου Θεολογικού Διαλόγου.

Η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος παρακολουθεί με προσοχή την ως μη ώφειλε έντονη συζήτηση επί του Νομοσχεδίου για τη νομική αναγνώριση της ταυτότητας φύλου. Προς τούτο κατέθεσε τις απόψεις της στη γενομένη ανοιχτή διαβούλευση, παρέστη δι’ εκπροσώπου της στην αρμόδια Κοινοβουλευτική Επιτροπή και προέβη στα διαβήματα που της αναλογούν αρμοδίως.
Ως ύστατη όμως κίνηση αγάπης προς τον λαό μας και εν όψει της επικειμένης συζήτησής του στην ολομέλεια της Βουλής, επαναλαμβάνει τις βασικές της θέσεις:

(α) Το φύλο στον άνθρωπο αποτελεί ιερή παρακαταθήκη και υπηρετεί στη βάση της ψυχοσωματικής συμπληρωματικότητας το μυστήριο της ζωής και της αγάπης. Υπό την έννοια αυτήν, δεν είναι επιλέξιμο, αλλά ως δώρο αποτελεί θείο χάρισμα στον άνθρωπο που πρέπει αυτός να αξιοποιήσει για τον αγιασμό του.

(β) Θεωρεί ότι η νομολογία των δικαστηρίων της πατρίδας μας καλύπτει, όπου υπάρχει ανάγκη, υφιστάμενα προβλήματα, με το δεδομένο ότι το φύλο, ούτε επιλέγεται ελεύθερα, ούτε και μεταβάλλεται κατά βούλησιν, αλλά επί τη βάσει ανατομικών, φυσιολογικών και βιολογικών χαρακτηριστικών, που ορίζουν την ταυτότητα του ανθρώπου και βεβαιώνονται μέσω ιατρικών γνωματεύσεων προς το δικαστήριο. Ο νόμος δεν μπορεί να αρκείται απλώς στην επιστημονικά ατεκμηρίωτη δήλωση του πολίτη, που ενδεχομένως αργότερα δύναται να μεταβληθεί.

(γ) Το προτεινόμενο Νομοσχέδιο προκαλεί το αίσθημα της κοινωνίας, τορπιλίζει τον ιερό θεσμό της οικογένειας, έρχεται σε αντίθεση με τα χρηστά ήθη και την κοινή λογική και κυρίως καταστρέφει τον άνθρωπο. Αντί να λιγοστεύει τη σύγχυση και τις ψυχικές διαταραχές, θα τις αυξήσει και θα δώσει διαστάσεις επικίνδυνου κοινωνικού φαινομένου. Ιδίως όταν επεκτείνει τις δυνατότητές του και μεταξύ των μαθητών, δημιουργεί εκρηκτική κατάσταση και στα σχολεία.

(δ) Πίσω από όλες αυτές τις προσπάθειες δεν διακρίνει το ενδιαφέρον για τον ταλαιπωρημένο και αδικημένο συνάνθρωπο, αλλά την ύπαρξη ισχυρών ομάδων, με αποτέλεσμα τη διάλυση της κοινωνικής συνοχής και την πνευματική νέκρωση του ανθρώπου και

(ε) Κάνει μια ύστατη έκκληση στο σύνολο του πολιτικού κόσμου να αρθεί στο ύψος της ευθύνης και αποστολής του και πέρα από πολιτικά ιδεολογήματα, προκαταλήψεις και την επίκληση του ανεξέλεγκτου δικαιωματισμού, να αποσύρει το Νομοσχέδιο, να δείξει ανάλογο ενδιαφέρον για την επίλυση των σοβαρότατων προβλημάτων που μαστίζουν την κοινωνία, το έθνος μας και τον λαό και αντί να ενισχύει την ένταση, τον διχασμό και τον παραλογισμό, να συμβάλει στην πνευματική ανόρθωση των πολιτών μας.

Σε εποχή που η ανάγκη ταυτότητας και συνοχής αποτελεί ανάγκη εθνικής και πνευματικής επιβίωσης, η νομική κατοχύρωση της ρευστότητας της προσωπικής ταυτότητας είναι ό,τι χειρότερο υπάρχει. Η Εκκλησία περιβάλλει με αγάπη και κατανόηση αδιακρίτως όλους τους ανθρώπους, αλλά προσβλέποντας πάντοτε στη σωτηρία τους οφείλει να καταδείξει την αστοχία κρισίμων επιλογών τους.
Τέλος η Εκκλησία της Ελλάδος αποφάσισε να επιδώσει εξώδικο πρόσκληση στον τέως Υπουργό και υποψήφιο Πρόεδρο της Δημοκρατικής Συμπαράταξης κ. Ιωάννη Ραγκούση, κατόπιν των δηλώσεών του, να καταθέσει εντός πενθημέρου στην Αρχιγραμματεία της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος στοιχεία που ισχυρίζεται ότι έχει για τα καταγγελόμενα από αυτόν εις βάρος Μητροπολιτών της Εκκλησίας μας, άλλως θα υποστεί την ανάλογη δικαστική βάσανο.

Τέταρτη συνεδρία της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας (6/10/2017).

Συνήλθε σήμερα Παρασκευή, 6 Οκτωβρίου 2017, στην τέταρτη Τακτική Συνεδρία της, η Ιερά Συνοδος της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, υπό την Προεδρία του Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Ιερωνύμου, στην Αίθουσα Συνεδριών της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας.

Μετά την προσευχή ανεγνώσθη ο Κατάλογος των συμμετεχόντων Ιεραρχών και διεπιστώθη απαρτία.

Κατόπιν επικυρώθηκαν τα Πρακτικά της χθεσινής Συνεδρίας.

Εν συνεχεία άρχισε η ψηφοφορία περί του τρόπου πληρώσεως της κενής Μητροπολιτικής Έδρας Σταγών και Μετεώρων. Επί συνόλου 80 ψηφισάντων, η πρόταση δι’ εκλο¬γής έλαβε 70 ψήφους και η πρόταση διά καταστάσεως 7 ψήφους. Επίσης ευρέθησαν 3 λευκές ψήφοι. Έτσι η Ιεραρχία απεφάνθη υπέρ της πληρώσεως της Ιεράς Μητροπόλεως δι’ εκλογής.

Ακολούθησε η διαδικασία της πληρώσεως της Ιεράς Μητροπόλεως Σταγών και Μετεώρων δι’ εκλογής. Για την κατάρτιση του τριπροσώπου επί συνόλου 80 ψηφισάντων έλαβαν:

1) Αρχιμανδρίτης κ. Θεόκλητος Λαμπρινάκος, ψήφους 60
2) Αρχιμανδρίτης κ. Νήφων Καψάλης, ψήφους 45
3) Αρχιμανδρίτης κ. Γρηγόριος Κωνσταντίνου, ψήφους 22
Επίσης ευρέθησαν 1 λευκή και 1 άκυρη ψήφοι.

Επί της δευτέρας ψηφοφορίας και γενομένης της διαλογής των ψήφων, ανεδείχθη Μητροπολίτης Σταγών και Μετεώρων ο Πανοσιολογιώτατος Αρχιμανδρίτης κ. Θεόκλητος Λαμπρινάκος με 54 ψήφους, επί συνόλου 80 ψηφισάντων, ο Πανοσιολογιώτατος Αρχιμανδρίτης κ. Νήφων Καψάλης έλαβε 17 ψήφους και ο Πανοσιολογιώτατος Αρχιμανδρίτης κ. Γρηγόριος Κωνσταντίνου, έλαβε 5 ψήφους. Επίσης ευρέθησαν 3 λευκές και 1 άκυρη ψήφοι.

Στη συνέχεια άρχισε η ψηφοφορία περί του τρόπου πληρώσεως της κενής Μητροπολιτικής Έδρας Φιλίππων, Νεαπόλεως και Θάσου. Επί συνόλου 80 ψηφισάντων, η πρόταση δι’ εκλο¬γής έλαβε 72 ψήφους και η πρόταση διά καταστάσεως 7 ψήφους. Επίσης ευρέθη και 1 λευκή ψήφος. Έτσι η Ιεραρχία απεφάνθη υπέρ της πληρώσεως της Ιεράς Μητροπόλεως δι’ εκλογής. Για την κατάρτιση του τριπροσώπου επί συνόλου 80 ψηφισάντων έλαβαν:
1) Αρχιμανδρίτης κ. Στέφανος Τόλιος, ψήφους 50
2) Αρχιμανδρίτης κ. Δαμασκηνός Κιαμέτης, ψήφους 41
3) Αρχιμανδρίτης κ. Παύλος Κίτσιος, ψήφους 30
Επίσης ευρέθησαν και 2 λευκές ψήφοι.

Επί της δευτέρας ψηφοφορίας και γενομένης της διαλογής των ψήφων, ανεδείχθη Μητροπολίτης Φιλίππων, Νεαπόλεως και Θάσου ο Πανοσιολογιώτατος Αρχιμανδρίτης κ. Στέφανος Τόλιος, με 42 ψήφους επί συνόλου 80 ψηφισάντων και ο Πανοσιολογιώτατος Αρχιμανδρίτης κ. Δαμασκηνός Κιαμέτης έλαβε 34 ψήφους. Επίσης ευρέθησαν 2 λευκές και 2 άκυρες ψήφοι.

Μετά το πέρας της Συνεδριάσεως, ακολούθησε το Μικρό Μήνυμα των νεοεκλεγέντων Μητροπολιτών στην αίθουσα Συνεδριών της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας.

Κατά την κρατούσα Εκκλησιαστική Τάξη οι εψηφισμένοι Μητροπολίτες Σταγών και Μετεώρων κ. Θεόκλητος και Φιλίππων, Νεαπόλεως και Θάσου κ. Στέφανος, έδωσαν το Μέγα Μήνυμα εντός του Καθολικού της Ιεράς Μονής Ασωμάτων Πετράκη, χοροστατούντος του Μακαριωτάτου Προέδρου, Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Ιερωνύμου, παρουσία πολλών Ιεραρχών, Κληρικών και πιστών.

Οι χειροτονίες των Εφηψισμένων Μητροπολιτών θα τελεσθούν ως εξής :
– Τό Σάββατο 7 Οκτωβρίου ε.έ., στον Ιερό Καθεδρικό και Μητροπολιτικό Ναό Αθηνών, η χειροτονία του Εψηφισμένου Μητροπολίτου Σταγών και Μετεώρων κ. Θεοκλήτου.
– Τήν Κυριακή 8 Οκτωβρίου ε.έ., στον Ιερό Ναό του Αγίου Δημητρίου Θεσσαλονίκης, η χειροτονία του Εψηφισμένου Μητροπολίτου Φιλίππων, Νεαπόλεως και Θάσου κ. Στεφάνου.

Τέλος, από την Δευτέρα 9 έως και την Τετάρτη 11 Οκτωβρίου 2017, συνέρχεται η Διαρκής Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος, της 161ης Συνοδικής Περιόδου, για να ασχοληθεί με θέματα της Ημερησίας Διατάξεως.

Η Επιτροπή Τυπου
της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας

 

================================================================================================

Ο Νέος Μητροπολίτης Σταγών και Μεταιώρων κ. Θεόκλητος Λαμπρινάκος

 

Ο νέος Μητροπολίτης Σταγών και Μετεώρων κ. Θεόκλητος (κατά κόσμον Δημήτριος Λαμπρινάκος), γεννήθηκε στην Αθήνα στις 10 Φεβρουαρίου 1967. Είναι πτυχιούχος της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Ομιλεί την Αγγλική γλώσσα και γνωρίζει την Αραβικήν.
Σε ηλικία 18 ετών εκάρη Μοναχός στην Ιερά Μονή Βουλκάνου Μεσσηνίας. Χειροτονήθηκε Διάκονος το 1988 και Πρεσβύτερος το 1989, υπό του αειμνήστου Μητροπολίτου Μεσσηνίας Χρυσοστόμου Θέμελη, ενώ το 1998 έλαβε το οφφίκιον του Αρχιμανδρίτου. Το 2003, με Απόφαση του ως άνω μακαριστού Μητροπολίτου, εδιωρίσθη Πρωτοσύγκελλος της Ιεράς Μητροπόλεως Μεσσηνίας.

Διετέλεσε Ηγούμενος της Ιεράς Μονής Βουλκάνου, κατά την διετία 2007 – 2009, διωρισθείς υπό του νυν Μητροπολίτου Μεσσηνίας κ. Χρυσοστόμου (Σαββάτου).

Παραλλήλως υπηρέτησε ως Εφημέριος – Προϊστάμενος σε διαφόρους Ενοριακούς Ναούς της υπαίθρου ενώ τα τελευταία είκοσι χρόνια στον Ι. Ν. Παμμ. Ταξιαρχών Καλαμάτας, ως Προϊστάμενος αυτού.

Ανέπτυξε πλούσιο ποιμαντικό, φιλανθρωπικό και συγγραφικό έργο. Συνέταξε και επιμελήθηκε φυλλάδια ιστορικού, αγιολογικού, εορτολογικού και πνευματικού περιεχομένου, ενώ κατά καιρούς δημοσιεύθηκαν άρθρα του σε περιοδικά και εφημερίδες. Ως υπεύθυνος ύλης του περιοδικού της Ιεράς Μητροπόλεως Μεσσηνίας «ΔΙΔΑΧΗ» συνέγραψε πλειάδα άρθρων, τα οποία εξέδωσε σε τόμο υπό τον τίτλο: «ΑΝΑΛΕΚΤΑ ΕΚ ΤΗΣ ΔΙΔΑΧΗΣ» (2012). Έργα του ιδίου, το ιστορικού περιεχομένου βιβλίο τιτλοφορούμενο: «ΤΟ ΠΑΡΕΚΚΛΗΣΙΟΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΤΗΣ ΕΝΟΡΙΑΣ ΤΩΝ ΠΑΜΜΕΓΙΣΤΩΝ ΤΑΞΙΑΡΧΩΝ ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ» (2010), καθώς και ο πολυτελής αναμνηστικός Τόμος, με τίτλο: «ΛΕΙΤΟΥΡΓΟΙ ΘΕΙΑΣ ΔΟΞΗΣ» (2016), ο οποίος εξεδόθη επ’ εyκαιρία της επετείου των 60 ετών από τα Εγκαίνια του Ιερού Ναού των Παμμεγίστων Ταξιαρχών Καλαμάτας, και παρουσιάθηκε ενώπιον του Προέδρου της Δημοκρατίας.

Εξεπροσώπησε την Ιερά Μητρόπολη Μεσσηνίας σε Συνέδρια, όπως στο Χαλέπι της Συρίας, στην Ιταλία, σε αποστολές στο Ντητρόιτ Αμερικής, στην Αγία Πετρούπολη Ρωσίας και αλλαχού και έλαβε μέρος σε επιστημονικά Συνέδρια και Επιμορφωτικά Σεμινάρια.

Ο Νέος Μητροπολίτης Φιλίππων, Νεαπόλεως και Θάσου κ.  Στέφανος Τόλιος

 

Ο νέος Μητροπολίτης Φιλίππων, Νεαπόλεως καί Θάσου κ. Στέφανος (κατά κόσμον Αριστοτέλης Τόλιος) γεννήθηκε στην Ελευθερούπολη Καβάλας το 1960. Έλαβε το πτυχίο του Τμήματος Θεολογίας της Θεολογικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης το 1983. Το 1984 εκάρη μοναχός στην Ιερά Μονή Αγίας Θεοδώρας Θεσσαλονίκης και το ίδιο έτος χειροτονήθηκε Διάκονος υπό του μακαριστού Μητροπολίτου Θεσσαλονίκης κυρού Παντελεήμονος Χρυσοφάκη.

Υπηρέτησε ως Διάκονος στους Ιερούς Ναούς Παναγίας της Δεξιάς και του πολιούχου Αγίου Δημητρίου αναλαβών συγχρόνως και την Γραμματεία της Ιεράς Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης. Επί δεκαετία υπηρέτησε και ως Ηγουμενοσύμβουλος της Ιεράς Μονής Αγίας Θεοδώρας Θεσσαλονίκης. Την 27η Δεκεμβρίου 1984 χειροτονήθηκε Πρεσβύτερος υπό του μακαριστού Μητροπολίτου Θεσσαλονίκης κυρού Παντελεήμονος Χρυσοφάκη λαβών το οφφίκιο του Αρχιμανδρίτου και τοποθετήθηκε ως ιερατικός Προϊστάμενος και Πρόεδρος των εκκλησιαστικών επιτροπών του ιερού βυζαντινού Ναού των Αγίων Αποστόλων Θεσσαλονίκης.

Το έτος 1994 μετετέθη και ορίσθηκε προεδρεύων των επιτροπών του ιερού προσκυνηματικού και καθεδρικού Ναού της του Θεού Σοφίας Θεσσαλονίκης. Επίσης από του έτους 1989 ορίσθηκε υπεύθυνος εφημέριος των Φοιτητικών Εστιών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.
Κατά την ιερατική του διακονία ανέπτυξε αξιόλογο πνευματικό, κηρυκτικό και ποιμαντικό έργον. Ομιλεί την αγγλική και γαλλική γλώσσα. Με την ευλογία του Παναγιωτάτου Μητροπολίτου Θεσσαλονίκης κ. Ανθίμου, συνέχισε να υπηρετεί ως Γενικός Γραμματεύς της Ιεράς Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης, θέση την οποία κατείχε από του έτους 1984. Την 10η Ιουνίου 2010 με την ευλογία του οικείου Μητροπολίτου κ. Ανθίμου ανέλαβε τα καθήκοντα του Πρωτοσυγκέλλου αυτής.

 

*********************************************************************************************************************************

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ:

ΕΙΣΗΓΗΣΗ ΜΑΚΑΡΙΩΤΑΤΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΑΘΗΝΩΝ ΚΑΙ ΠΑΣΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Κ.Κ. ΙΕΡΩΝΥΜΟΥ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΙΕΡΑ ΣΥΝΟΔΟ ΤΗΣ ΙΕΡΑΡΧΙΑΣ 3/10/2017

Σεβασμιώτατοι άγιοι Αδελφοί,

καθηκόντως με την χάρι του Παναγάθου Θεού και Κυρίου μας, συνερχόμεθα σήμερα εις τακτικήν σύναξη της Ιεραρχίας της Εκκλησίας μας για να επιληφθούμε ζωτικών αυτής θεμάτων.
Κατά την ημερησίαν διάταξη θα συπληρώσουμε τον Κατάλογον προς Αρχιερατείαν εκλογίμων, θα ασχοληθούμε και πάλιν με το θέμα σχέσεων Εκκλησίας και Πολιτείας, θα κάνουμε λόγο για την πορεία του Διαλόγου Ορθοδόξων και Καθολικών, θα συμπληρώσουμε τις κενωθείσες δύο ιερές Μητροπόλεις, θα μελετήσουμε δύο καινούργιους Κανονισμούς της Εκκλησίας μας και θα δώσουμε λύσεις σε υπηρεσιακά θέματα. Επιτρέψτε μου να καταθέσω στην αγάπη σας κάποια στοιχεία για τα πρώτα δύο θέματα.

Ως προς το πρώτο θέμα:

– α. Συμπληρώνονται σε λίγο χρόνο διακόσια (200) χρόνια από την κήρυξη της Επαναστάσεως και την με τόσες θυσίες και ποταμούς αίματος αποκτηθείσαν ελευθερία και ανασύσταση του Κράτους μας. Διερωτώμαι σε μια τόσο μεγάλη χρονική διάρκεια γιατί τόσος παραπικρασμός, τόσες αντιπαραθέσεις μεταξύ Εκκλησίας και Πολιτείας. Γιατί δεν μπόρεσαν οι δύο αυτοί, κύρια υπεύθυνοι, να φανούν αντάξιοι μιας βαρειάς Εθνικής Κληρονομιάς υπερβαίνοντας καθημερινές μικρότητες και εγωϊσμούς.

Θα προσπαθήσω να κάνω μια δική μου ερμηνεία:
– Ο Βασιλιάς Όθων θα γράψει προς τον πατέρα του, Βασιλιά της Βαυαρίας Λουδοβίκο στις 13 Μαΐου 1831 «…. η πνευματική αρχή του κλήρου της χώρας θα μπορούσε να γίνη επικίνδυνη για τον κοσμικό άρχοντα, αν ο ανώτερος κλήρος συνιστούσε μια ομάδα, καθόσον ολόκληρος ο κλήρος κατόπιν θα έπαιρνε τον λαό με το μέρος του εναντίον του άρχοντα».

Ο Όθωνας δεν έχει χάσει μόνο την εμπιστοσύνη του στην Εκκλησία αλλά φοβάται την υπονόμευση και την αντιπαλότητα. Αυτό το σύνδρομο στην εξουσία θα άκολουθήσει σχεδόν όλη αυτήν την χρονικήν πορεία. Ακόμη και στις μέρες μας θα ακουστούν από τα έδρανα της Βουλής «ότι η Εκκλησία ζητάει κομμάτι εξουσίας» ερμηνεύοντας έτσι τον αγώνα της, υπερασπιζόμενης τα ιερά της, στημένη όρθια στις επάλξεις της.

– Δεν μπόρεσαν ούτε ο Όθωνας ούτε οι περισσότεροι από αυτούς που κυβερνούν κατά καιρούς αυτόν τον τόπο την παραγγελία – εντολή που έδωσε στην Εκκλησία Του ο Χριστός «οι δοκούντες άρχειν των εθνών κατακυριεύουσιν αυτών και οι μεγάλοι αυτών κατεξουσιάζωσιν αυτών. Ουχ ούτως δε έσται εν υμίν, αλλ’ ος εάν θέλη υμών γενέσθαι μέγας εν υμίν, έσται υμών διάκονος. Και γαρ ο υιός του ανθρώπου ουκ ήλθε διακονηθήναι, αλλά διακονήσαι και δούναι την ψυχήν αυτού λύτρον αντί πολλών» (κατά Μάρκον, στ. 42-45).

Συνεχίζοντας ο Όθωνας την επιστολή του γράφει: «Νομίζω ότι θα μπορούσαμε να υπερβούμε όλες αυτές τις δυσκολίες αν δημιουργούσαμε μια σύνοδο υπό την διεύθυνση κάποιου Μητροπολίτη που θα ήταν κάτι σαν τους προέδρους των δικών μας επιτροπών και ουσιαστικά δεν θα είχε εξουσία».
Αφαίρεση από τα χέρια της Εκκλησίας της διοικήσεώς της και η εναπόθεσή της σε εύχρηστα χέρια. Αυτό θα ισχύσει στην Εκκλησία και την Πολιτεία μέχρι πρότινος. Και συνεχίζει ο Βασιλιάς: «Σε ορισμένα χρονικά διαστήματα ο άρχοντας θα μπορεί να διαλέξει τα μέλη αυτής της Συνόδου». Και ασφαλώς η επιλογή των προσώπων δεν εγίνετο με την υπόδειξη της Εκκλησίας αλλά από το πολιτειακό περιβάλλον. Δυστυχώς αυτό θα είναι το σύνηθες και από τους συνεχίσαντες την κρατική Διοίκηση της Εκκλησίας επί πολλές δεκαετίες. Εργαλεία στα χέρια της Πολιτείας οι εύχρηστοι Αρχιερείς και οι Αριστίνδην Σύνοδοι.

Η Εκκλησία από περιέχουσα το Γένος γίνεται το περιεχόμενον του Κράτους δηλ. η Γραμματεία των
Εκκλησιαστικών και της Εκκλησιαστικής Εκπαιδεύσεως. Για να γίνη αδύνατη και εύχρηστη, απεκόπη από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, διαλύθηκαν τα Μοναστήρια της, λεηλατήθηκε η περιουσία και απωθείτο στο περιθώριον.

– Αυτή όμως δεν ήταν η τακτική μόνον του Όθωνος και της Αντιβασιλείας αλλά σχεδόν όλων, όσων τους διαδέχθηκαν μέχρι τις ημέρες μας.
Το Υπουργείον των Εκκλησιαστικών και Δημοσίου Εκπαιδεύσεως, κάτω από την σκέψη αυτή μετονομάστηκε σε Υπουργείον Παιδείας και Θρησκευμάτων, για να μην ακούγεται η λέξις «Εκκλησιαστικών» και τέλος μεγάλος αγώνας την τελευταία δεκαετία, τα Εκκλησιαστικά να είναι υπηρεσία του Υπουργείου Πολιτισμού.
Έτσι στα αισθήματα που είχαν η Αντιβασιλεία και ο Θ. Φαρμακίδης προστέθηκε και η σκέψη του Βασιλιά Όθωνα, ότι η Εκκλησία πρέπει ουσιαστικά να τεθεί υπό τον έλεγχο της Πολιτείας.

Κάτω από το πνεύμα αυτό έγινε η ΔΙΑΚΗΡΥΞΙΣ «περί της Εκκλησίας της Ελλάδος» υπογραφείσα στο Ναύπλιο στις 23 Ιουλίου (4 Αυγούστου) 1833
Εν Ονόματι του Βασιλέως
η Αντιβασιλεία
Κόμης Αρμανσπέργκ Πρόεδρος
Μάουρερ, Εϊδεκ
Οι Γραμματείς της Επικρατείας
Σ. Τρικούπης Πρόεδρος
Α. Μαυροκορδάτος, Γ. Ψύλλας, Γ. Πραϊδης, Ι. Κωλέττης, Δ. Σμάλτς.

Διορισμός Ιεράς Συνόδου
ΟΘΩΝ
Ελέω Θεού Βασιλεύς της Ελλάδος

Ακούσαντες την γνώμην της επί των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίου Εκπαιδεύσεως Γραμματείας, απεφασίσαμεν να διορίσωμεν, και διορίζομεν

1. Πρόεδρον της Ιεράς Συνόδου, τον Μητροπολίτην Κορίνθου κ. Κύριλλον.
2. Επίτροπον της Επικρατείας τον υπουργικόν Σύμβουλον κ. Κωνσταντίνον Σχινάν.
3. Συμβούλους, τον Μητροπολίτην Θηβών κ. Παΐσιον, τον Μητροπολίτην Σαντορίνης κ. Ζαχαρίαν, τον πρώην Μητροπολίτην Λαρίσσης, εκκλησιαστικόν τοποτηρητήν Ήλιδος κ. Κύριλλον, και τον Επίσκοπον Ανδρούσης κ. Ιωσήφ, και
4. Γραμματέα, τον ιερομόναχον Θεόκλητον Φραμακίδην
……………………………….
Εν Ναυπλίω την 25 Ιουλίου (6 Αυγούστου) 1833
Εν ονόματι του Βασιλέως

Η Αντιβασιλεία
ο Κόμης Αρμανσμπεργ Πρόεδρ., Μάουερ, Εϊδέκ.
Ο επί του Βασ. Οίκου, των Εξωτερικών, των Εκκλησιαστικών και της Δημ. Εκπαιδεύσεως Γραμματεύς της Επικρατείας Σ. Τρικούπης.
Εις την Σύνοδο παρευρίσκεται εις βασιλικός επίτροπος, διοριζόμενος και αυτός, καθώς και ο Γραμματεύς της Συνόδου, παρά του Βασιλέως· οι λοιποί υπάλληλοι του Γραφείου διορίζονται απ’ ευθείας παρά της Συνόδου και επικυρούνται παρά της Κυβερνήσεως.

Ο Βασιλικός Επίτροπος παραδρεύει εις όλας τας συνεδριάσεις της Συνόδου και αντιπροσωπεύει παρ’ αυτή την Κυβέρνησιν. Πάσα δε απόφασις η πράξις της Ιεράς Συνόδου, γινομένη εν απουσία του Βασιλικού Επιτρόπου, η μη φέρουσα την προσυπογραφήν αυτού, είναι άκυρος.»

Το πνεύμα αυτό θα επικρατήσει και μετά την ανακήρυξη του Αυτοκεφάλου της Εκκλησίας (Πατριαρχικός Τόμος 1850) και την ψήφιση των Νόμων Σ και ΣΑ τοῦ 1852 παρά τον όρον του Πατριαρχικού Τόμου «…Η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος, έσται η εν Ελλάδι ανωτάτη Εκκλησιαστική αρχή, διοικούσα τα της Εκκλησίας κατά τους θείους και ιερούς κανόνας ελευθέρως και ακωλύτως από πάσης κοσμικής επεμβάσεως».
Αυτή η καθεστωτική πράξις θα συνεχισθή μέχρι το 1909 και θα ονομασθή επιτυχημένα «Βαβυλώνειος Αιχμαλωσία της Εκκλησίας της Ελλάδος».

β. Το έτος 1909 συνεστήθη το Νέο Γενικό Εκκλησιαστικό Ταμείο (ΦΕΚ 270Α /19-9-1909). Σκοπός αυτού ήταν η περισυλλογή της διασπαθιζομένης μέχρι τότε Εκκλησιαστικής περιουσίας, η καταβολή των Εκκλησιαστικών δαπανών και κυρίως έδινε μια νέα εκκλησιαστική πνοή.

– «Τον κύριον πόρον του Ταμείου αυτού», θα γράψει ο Αρχιεπίσκοπος Μελέτιος Μεταξάκης «αποτελούν τα περισσεύοντα έσοδα της ετησίας διαχειρίσεως της περιουσίας των εν τω κράτει διατηρουμένων Μονών. Εις το ταμείον αυτό μετεβιβάσθη η μισθοδοσία του προσωπικού της Συνόδου των Αρχιερέων, των Ιεροκηρύκων, των Καθηγητών των Ιερών εν τοις Εκπαιδευτηρίοις της Μέσης Εκπαιδεύσεως, ήτις μέχρι τότε κατεβάλλετο υπό του Δημοσίου Ταμείου….. Το Γενικόν Εκκλησιαστικόν Ταμείον, επί υγιών τεθειμένων βάσεων εξελίσσεται ομαλώς. Η πρόσοδος αυτού από 283.323 δρχ. το 1910 υπερέβη τα 2.000.000 το 1919, δια της ολοέναν μεν βελτιώσεως της διοικήσεως των Μονών. Εκ του ταμείου μισθοδοτούνται σήμερον 70 Μητροπολίται, Αρχιεπίσκοποι, Επίσκοποι και Τοποτηρηταί χηρευουσών η σχολαζουσών Επισκοπών, 11 Ιεροκήρυκες, 64 Καθηγηταί Ιερών Μαθημάτων και 24 άλλοι Εκκλησιαστικοί κληρικοί και λαϊκοί υπάλληλοι, καταβάλλονται δε εν γένει όλα τα έξοδα της Ανωτέρας Εκκλησιαστικής Διοικήσεως εν τη Παλαιά και Νέα Ελλάδι πλην Σάμου και Κρήτης. Το μέγα όμως εκκλησιαστικόν ζήτημα, η μισθοδοσία του Ενοριακού Κλήρου, παραμένει και πάλιν άλυτον. Δια να μισθοδοτηθώσι οι Εφημέριοι της Αυτοκεφάλου Εκκλησίας μάλλον δε της όλης Ελλάδος, ων ο αριθμός δεν θα είναι κατώτερος των 8.000 και χρειάζεται το ποσόν ουχί ολιγώτερον των 24.000.000 δρχ.» (Υπόμνημα Μητροπολίτου Αθηνών Μελετίου Μεταξάκη, 1920).

– Ο ίδιος ο Ελευθέριος Βενιζέλος απευθυνόμενος προς τον λαό της Αθήνας είχε προσδιορίσει από το 1910 τους βασικούς άξονες της Εκκλησιαστικής πολιτικής της παρατάξεώς του λέγοντας «…….Εκκλησία εστερημένη εσωτερικής ζωής, περιορισμένη εις ξηρούς τύπους και της οποίας ο ενοριακός, ιδία κλήρος κατατρυχόμενος υπό πενίας και αμαθείας είναι εντελώς ανίκανος όπως εξυπηρετήση την υψηλήν αυτής αποστολήν».
Η φιλοβενιζελική δε εφημερίδα «Πατρίς» σε πρωτοσέλιδο άρθρο της με τίτλο «το Γουδί στην Εκκλησία».

«Μετά το Γουδί της Πολιτείας, όπερ έφερεν την σημερινή ανόρθωση, ήτο επιβεβλημένο ανάλογο κίνημα προς ανόρθωση της Εκκλησίας, ήτις πρέπει εν πάση στιγμή να συμβαδίζη μετά του Κράτους εις την οδόν του μεγαλείου …. διότι είναι καιρός να ανορθωθώσι και να εξαγιανθώσι τα της Εκκλησίας συμφώνως με τας υγιείς αντιλήψεις. Δεν πρέπει να λησμονώμεν ποτέ, ότι η θρησκεία υπήρξε δια την Ελληνική φυλή ο ακρογωνιαίος λίθος της αντοχής της εις τας δοκιμασίας και του σθένους της διά την πρόοδον. Και σήμερον υπέρποτε το ελληνικόν έθνος έχει ανάγκην Εκκλησίας κύρους και περιωπής, δια να συνεχίση τον αγώνα της επικρατήσεως, τον οποίον υπό αισίους οιωνούς ήρχισε».

Αξίζει να υπογραμμίσουμε εδώ τα λόγια του τότε Μητροπολίτου Καλαβρύτων:
«Κατά το έτος 1910 ήλθεν άνθρωπός τις επί της πολιτικής σκηνής και ενόμισα εκ των λόγων του, ότι ανέτειλε κάτι δια την Εκκλησίαν. Και ήλθον κατόπιν οι διάδοχοι ν’ αρπάσουν και τας κανδήλας των Μονών και των Ναών. Το έτος όμως 1918 έφερεν εις ημάς απογοήτευσιν, διότι υπό το πνεύμα αυτού του ανθρώπου εγένετο η αρχή της δημεύσεως της εκκλησιαστικής περιουσίας». Ασφαλώς η μετάλλαξις του ευνοϊκού πνεύματος ωφείλετο στα περίφημα Βασιλικά-Βενιζελικά. (Ανάθεμα 12 Δεκ. 1916) (Γερασίμου Κονιδάρη, Ανάθεμα κατά Βενιζέλου Θ.Η.Ε. 2, (1963) στ. 473-477).

Μετά την επικράτηση του Ελευθερίου Βενιζέλου εξεθρονίσθη ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Θεόκλητος Μηνόπουλος και εξελέγη ο Μελέτιος Μεταξάκης στις 18 Φεβρουαρίου 1918, φίλα προσκείμενος στην μερίδα του Ελευθερίου Βενιζέλου. Η εκλογική αναμέτρηση όμως της 1ης Νοεμβρίου 1920 ανέτρεψε την πολιτική κατάσταση στην Ελλάδα, οδηγώντας σε ήττα τον Βενιζέλο και στην επάνοδο του βασιλέως Κωνσταντίνου. Το μήνυμα προς τον Αρχιεπίσκοπο Μελέτιο ήταν σαφές. Ο νέος Πρωθυπουργός Δημήτριος Ράλλης δεν ωρκίσθηκε ενώπιον του νομίμου Μητροπολίτου, αλλ’ ενώπιον ενός ιερέως. Οι πολιτικές θα δημιουργήσουν την πλήρη ανατροπή των Εκκλησιαστικών πραγμάτων· τόσο στην Ελλαδική Εκκλησία όσο και στο Οικουμενικό Πατριαρχείο θα δημιουργηθή «εκκλησιαστικός κυκεών». Με ένα Β. Διάταγμα της 16 Δεκ. 1920 η πολιτοκρατία φάνηκε και πάλι αυταρχική και απεκατέστησε χωρίς εκκλησιαστική πράξη τους καθαιρεθέντες και εκπτώτους Αρχιερείς, μερικούς από τους οποίους ώρισε ως συνοδικά μέλη της συγκροτηθείσης για δεύτερη φορά Αριστίνδην Συνόδου και αποκατέστησε τον Αρχιεπίσκοπον Θεόκλητον. Του Αθηνών αποκατασταθέντος επεμβάσει και θελήσει της Πολιτείας, η Πολιτεία είχε την Εκκλησία υποτάξει πλήρως.

Οι κατά τέτοιον τρόπον κατασταθέντες Αρχιερείς δεν ηδύναντο να εναντιωθούν στις αποφάσεις της Πολιτείας. Γι’ αυτό ο τότε Υπουργός Γεωργίας θα απαιτήση αγενώς: «Η απαλλοτρίωσις θα γίνη, διότι τούτο είναι δημοσία ωφέλεια και ανάγκη, ην δεν δύνανται να εμποδίσωσιν αι αναχρονιστικαί σκέψεις περί διατηρήσεως της Μοναστηριακής περιουσίας, χρησιμοποιουμένης εις όφελος ολίγων, παρεμπόδισιν της καλλιεργείας και καταπίεσιν των καλλιεργητών και ακτημόνων».

– Πιεζόμενος υπό των Ιεραρχών ο Αρχιεπίσκοπος Θεόκλητος συνεκάλεσε, άνευ εγκρίσεως της Πολιτείας την Ιεραρχίαν της Εκκλησίας για να εισπράξη τον κόλαφον της Πολιτείας με το υπ’ αριθ. 20380 (10-6-1922) έγγραφο αυτής που έχει ως εξής:

Προς την Ι.Σ.
Της Εκκλησίας της Ελλάδος
Επί τη ομαδική συγκεντρώσει εν τη πρωτευούση των Σεβ. Αρχιερέων της Εκκλησίας της Ελλάδος, το Υπουργείον προάγεται να εκδηλώση την έκπληξίν του δια την τοιαύτην πράξιν την άνευ εγκρίσεως αυτού συντελεσθείσαν. Το τοιούτον μη ερειδόμενον επί των διεπόντων την Εκκλησίαν νόμων του Κράτους, εμφανίζον δ’ αρχήν άγνωστον και έκνομον εν ταυτώ, αφ’ ενός μεν ελέγχει την Ι.Σ. δυσπιστούσαν προς την υπέρ αυτής αείποτε επιδειχθείσαν μέριμναν της Πολιτείας, ήτις ουδ’ επί στιγμήν και εν τω παρόν έδει να αμφισβητηθή, αφ’ ετέρου δε διά εξωθήσεως των Αρχιερέων εις την αυθαίρετον πράξιν της εγκαταλείψεως των Επισκοπών των και της άνευ ημών αδείας ελεύσεως εις Αθήνας παρέχει πράγματα τη Πολιτεία.

Είμεθα πεπεισμένοι ότι η Σύνοδος εμβαθύνουσα εις πράγματα και επί πλέον αναγνωρίζουσα, ότι η εκτροπή των λειτουργών του Υψίστου οιουδήποτε βαθμού και κλάδου εις έργα αλλότρια προ την πνευματικήν αυτών αποστολήν μειοί εν τη κοινή συνειδήσει αυτό το κύρος της Εκκλησίας, εμπιστευομένη δ’ αύτη εις την μέριμναν της Πολιτείας και της Εθνοσυνελεύσεως, ως μόνων αρμοδίων παραγόντων, την κατά το δυνατόν προστασίαν παντός αφορώντος την Εκκλησίαν ζητήματος θα παραγγείλη προς τους Σ.Σ. Αρχιερείς να επισπεύσωσι την εις τας Επισκοπάς αυτών επάνοδον, μετριαζομένης ούτω της ευθύνης αυτών απέναντι ημών επί τη εκνόμω αυτή ενεργεία. Ο Υπουργός Κ. Πολυγένης.

Επειδή αντέστησαν σθεναρώς οι Αρχιερείς συνεκροτήθη δια τρίτην φοράν Αριστίνδην Σύνοδος, η οποία και προβαίνει κεραυνοβόλως εις την β’ εκθρόνισιν του Θεοκλήτου και εις πλήρωσιν οκτώ χηρευουσών Μητροπόλεων, εν συνεργασία μετά της Πολιτείας.

Η Πολιτεία ηθέλησε και τον α καί τον β ἐκθρονισμόν του Αθηνών Θεοκλήτου. Η Πολιτεία ηθέλησε και την α καί την β ἀνάρρησιν του Θεοκλήτου εις τον Θρόνον Αθηνών. Η Πολιτεία ηθέλησε την ανάρρησιν του Μελετίου εις τον Θρόνον των Αθηνών, η Πολιτεία και την εκ του Θρόνου τούτου απομάκρυνσίν του (έγγραφον 1212/23 του Υπουργού Εκκλησιαστικών Ι. Σιώτη).

Με τον τρόπον αυτόν «η Νόμω κρατούσα Πολιτεία επέτυχε την πλειοψηφία στο σώμα της Ιεραρχίας και αμέσως μετά την εκθρόνισιν του Αρχιεπισκόπου Αθηνών Θεοκλήτου με Αριστίνδην Σύνοδον δια του υπ’ αριθ. 1657/23 εκτελεσθέντος αυθημερόν (23/2/1923) τον Αρχ. Χρυσόστομον Παπαδόπουλον. Εις την συνεδρίαν τοής Ιεραρχίας της 24/12/1923 ωμίλησε ο Αρχηγός Ν. Πλαστήρας λέγοντας τα εξής:

«Η Επανάστασις αισθάνεται εαυτήν ευτυχή, διότι επιληφθείσα του διακανονισμού του Εκκλησιαστικού ζητήματος και της εξυγιάνσεως της Εκκλησίας βλέπει τους Ιεράρχες αυτής να συνέρχωνται επί το αυτό δια την αιτίαν ταύτην. Η Επανάστασις, ως και πάσα αρχή αναλαμβάνουσα την διακυβέρνησιν της χώρας, αντιλαμβάνεται άμα τη εις ταύτην εσόδω την έλλειψιν της παιδείας και της Εκκλησίας, ως και την κατάπτωσιν του θρησκευτικού αισθήματος. Δι’ αυτό η Επανάστασις δεν ηθέλησε και περί αυτών εξ αρχής να μεριμνήση. Πλην οι εσωτερικοί της Πολιτείας κλονισμοί δεν την αφήκαν ελευθέραν να μεριμνήση αμέσως περί των δύο τούτων σπουδαιοτάτων κλάδων της Εκκλησίας και της Παιδείας. Οι εσωτερικοί κλονισμοί οι επεκταθέντες και εις την Εκκλησίαν είναι οι άγοντες αυτήν εις το βάραθρον το εκκλησιαστικόν. Πλην ευρέθησαν εν τη Εκκλησία επίλεκτα αυτής μέλη, πρωτοστατούντος του Μακαριωτάτου Αθηνών, δι’ ου επετελέσθη εν τη Εκκλησία σπουδαίον έργον. Αλλά παρά ταύτα πάντα η Επανάστασις δεν είναι ευχαριστημένη∙ θα ήθελε ριζοσπαστικώτερον έργον εν τη Εκκλησία να συντελεσθή, ώστε η Εκκλησία και παιδεία, από κοινού βαδίζουσαι, να επιτελέσωσι την εν τη κοινωνία υψηλήν και ιεράν αποστολήν των. Λυπείται δι’ αυτό σφόδρα η Επανάστασις, διότι εν τω ολίγω χρονικώ διαστήματι καθ’ ο διηύθυνε τα κοινά δεν ηδυνήθη να επιληφθή ταχύτερον και των Εκκλησιαστικών ζητημάτων. Παρηγορείται όμως και εαυτήν λογίζεται, διότι εις τα ανώτερα Εκκλησιαστικά στελέχη εισήλθον και εκλεκτά μέλη μη κατατριβέντα. Η Εκκλησία ήρχισε να αναγεννάται και από της σήμερον άρχεται εν τη Εκκλησία της Ελλάδος η περίοδος της εκκλησιαστικής αναγεννήσεως. Θα παρεκάλει όθεν υμάς Σεβ. Ιεράρχαι, η Επανάστασις, όπως από της σήμερον αφίνοντες κατά μέρος πάσαν ατομικήν συμπάθειαν και αντίληψιν επιφέρητε εκκαθάρισιν εις την Εκκλησίαν. Το κοινόν της Εκκλησίας συμφέρον έστω ο γνώμων των σκέψεων υμών. Η μετριοπάθεια του Μακαριωτάτου Αθηνών, η σύνεσις και μόρφωσις αυτού εντός ολίγου συνέβαλε εις την επιτευχθείσαν λύσιν του ζητήματος. Έστωσαν δε βέβαιοι και οι απωκουρούντες ότι σπουδαίαν συμβολήν εις το έργον της αναγεννήσεως θα προσφέρωσιν. Ομολογητέον δε ότι εκ της επ’ εσχάτων αναμίξεως πολλών Ιεραρχών εις την πολιτικήν εχρεωκόπησαν ούτοι. Εκ του ποιμνίου του έχοντος καλόν ποιμενάρχην αντάξιον της υψηλής του αποστολής και γνωρίζοντος τας υποχρεώσεις του δύναται να εκπηδήση αγαθόν τι δια την Πολιτείαν. Η Επανάστασις ελπίζει ότι θα εξέλθη εξ υμών έργον ωφέλιμον εις την μέλλουσαν γενεάν και θα εθεώρει εαυτήν ευτυχή, αν ήρξηται η αναγέννησις εν τη Εκκλησία, ήτις εν καιρώ δουλείας ουκ ολίγα προσέφερε, θα επεθύμει όθεν, όπως μη περιορισθήτε εις παναρχαίους κανόνας, αλλ’ εις ριζοσπαστικά μέτρα προβήτε».

Αλλά και οι επόμενοι δικτάτορες ακολούθησαν τον ίδιο τρόπο διοικήσεως. Στα χέρια τους ήταν ο θεσμός των Αριστίνδην Συνόδων, η αφαίμαξις της μοναστηριακής περιουσίας, ο παραγκωνισμός και εμπαιγμός της Εκκλησίας.

Το Γ.Ε.Τ. καταργείται και δημιουργείται παρά τις αντιδράσεις της Εκκλησίας ο Οργανισμός Διοικήσεως Εκκλησιαστικής Περιουσίας.

Σκοπός του:
1. Να συνεχίσει το έργον του Γ.Ε.Τ.
2. Να μεριμνήσει για την ρευστοποίηση της Μοναστηριακής Περιουσίας μετά την διάκρισή της εις Διατηρητέα και Ρευστοποιητέα.
3. Την διαχείριση των χρημάτων που θα προκύψουν από τις απαλλοτριώσεις των μοναστηριακών κτημάτων.

Κατά τον Στολίδη μεταξύ 1919 και 1930 απαλλοτριώθηκαν εκτάσεις αξίας 1 δις δραχμών. Εκ τούτων κατετέθησαν στο Εκκλησιαστικό Ταμείο του ΟΔΕΠ μόνο 40 εκ. (δηλαδή το 4% της οφειλής).
Ο Αναγκαστικός Νόμος 1731/1939 (ΦΕΚ Α 192/15-5-1939) «Περί καταβολής αποζημιώσεως απαλλοτριωθεισών εκτάσεων» ώρισε θέλοντας να τακτοποιήσει τις εκκρεμότητες: «Συντέλεσις της απαλλοτριώσεως, διά μεταβιβάσεως της ιδιοκτησίας εις τον υπέρ ου ενεργήθη αύτη, επέρχεται μόνον από της εις τον δικαιούχον καταβολής της ορισθείσης προσωρινής η οριστικής αποζημιώσεως η από της εις την εφημερίδα της Κυβερνήσεως δημοσιεύσεως της γενομένης εις το Ταμείον Παρακαταθηκών και Δανείων κατά το άρθρον 24 του παρόντος νόμου καταθέσεως, ή, αν υπόχρεον προς καταβολήν είναι το Δημόσιον, είτε από της δημοσιεύσεως του χρηματικού εντάλματος πληρωμής».

Οι ανωτέρω διατάξεις του Α.Ν. 1731/1939 κωδικοποιήθηκαν αμετάβλητες ως «Κώδικας Απαλλοτριώσεων» που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο του Β.Δ. της 29/30-4-1953 (ΦΕΚ Α 109/30-4-1953) στο άρθρο 2 παρ. 3 του οποίου προβλέπεται: « Απαλλοτρίωσις μη συντελουμένη κατά τα εν άρθρω 7 παρ. 1 του παρόντος Νόμου οριζόμενα εντός τετραετίας από της κηρύξεώς της θεωρείται αυτοδικαίως ανακληθείσα». Η ξενική κατοχή, οι ανώμαλες πολιτικές καταστάσεις, κάλυψαν το θέμα.
Ακολούθησε ο Ν. 2185/1952 «περί αναγκαστικής απαλλοτριώσεως κτημάτων προς αποκατάστασιν ακτημόνων καλλιεργητών και κτηνοτρόφων» και η σχετική σύμβασις (ΦΕΚ 289 – 8 Οκτ. 1952).

Οι πολλές διαφορές, ελλείψεις και διενέξεις που παρετηρήθησαν απεφασίσθη να αντιμετωπισθούν υπό επιτροπής που συνεστήθη διά της υπ’ αριθ. 312/9-3-1972 κοινής αποφάσεως των Υφυπουργών Εθνικής Οικονομίας επί θεμάτων Γεωργίας, Οικονομικών, Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων προκειμένου να εξετάσει τις διαφορές που δημιουργήθηκαν μεταξύ ΟΔΕΠ και Δημοσίου.
Τα Μέλη της Επιτροπής εργάσθηκαν επί πολύ, δυστυχώς όμως δεν κατέληξαν σε πόρισμα και το θέμα παραμένει μέχρι σήμερα σε εκκρεμότητα.

– Πολύς ο θόρυβος για τον Ν. 1700 (ΦΕΚ Α 61/6 Μαΐου 1987, τον νόμο τον ονομασθέντα Νόμο Τρίτση και τον ακολουθήσαντα Ν. 1811 (ΦΕΚ Α 231/ 13 Οκτ.)
Μετά την απόφαση επ’ αυτών του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (υπόθεσις αριθ. 10/1993/405/483-484) σύμφωνα με την οποία το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο αποδέχθηκε την προσφυγή Ιερών Μονών, με τις οποίες ο Ν. 1700/1987 παρεβίασε το άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου 1 και το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Δικαιωμάτων του ανθρώπου «παν φυσικόν η νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Ουδείς δύναται να στερηθή της ιδιοκτησίας αυτού ει μη δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπομένους υπό του Νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου. Έκτοτε έχουν οδηγηθή τα πράγματα σε αδιέξοδο, τόσο που να απορούμε αν ισχύει ο Νόμος 1700 η όχι. Διερωτάται κανείς ένα θέμα που έχει δημιουργήσει τόσα προβλήματα στην πορεία των δύο φορέων Εκκλησίας και Πολιτείας επί δύο περίπου αιώνες είναι εύκολο να αντιμετωπισθή στις ημέρες μας κατά τις οποίες υπάρχουν και συνεχώς προστίθενται και άλλα πολυποίκιλα και σύγχρονα τεράστια προβλήματα;

– Δεν είναι εύκολο αλλά όχι και ακατόρθωτο. Αρκεί να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις και εις τους δύο χώρους και αυτές είναι: Η ειλικρίνεια, ο σεβασμός, η Αγάπη για την αλήθεια και το συμφέρον της πατρίδος. Μακριά από προκαταλήψεις, ιδεοληψίες και δογματισμούς.

Μία ενθαρρυντική προσπάθεια προς την κατεύθυνση αυτή είναι:

α. Η Πρωθυπουργική Απόφαση για σύσταση Επιτροπής για την μελέτη και επίλυση θεμάτων που απασχολούν την Εκκλησία της Ελλάδος (Φ.Ε.Κ. 963/24 Μαΐου 2011).

β. Ο Νόμος 4182/2013, άρθρα 83-89 περί Συστάσεως Εταιρείας Αξιοποιήσεως Εκκλησιαστικής Ακίνητης Περιουσίας (Φ.Ε.Κ. 185, 10 Σεπτεμβρίου 2013), και

γ. Η πρόταση του Υπουργείου Οικονομίας και Ανάπτυξης για ένα Ολοκληρωμένο Πρόγραμμα Αξιοποιήσεως της Εκκλησιαστικής Ακίνητης Περιουσίας (2254/ 29 Αυγούστου 2017).

Ως προς το δεύτερο θέμα:
Η Ορθόδοξη Εκκλησία έχουσα συνείδηση ότι είναι η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία συμμετέχει σε κάθε Θεολογικό Διάλογο προκειμένου να προσφέρει την Αλήθεια, την οποία κατέχει. Προσφέροντας την Αλήθεια η Ορθόδοξη Εκκλησία εδραιώνει αφενός την αυτοσυνειδησία της και αφετέρου επιβεβαιώνει την σωτηριολογική της προοπτική. Ο θεολογικός διάλογος δεν είναι ένα σύγχρονο εφεύρημα στη ζωή της Εκκλησίας αλλά αποτελεί μία αρχαία πρακτική. Δεν μπορείς επίσης να είσαι Ορθόδοξος και να μην διαλέγεσαι. Ο διάλογος με σκοπό την ανάδειξη της Αλήθειας και η επιθυμία για επίτευξη της ενότητας είναι χαρακτηριστικά της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Ποτέ η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν κρύβει «εν οστρακίνοις σκεύεσι» τον θησαυρό της πίστης τον οποίο κατέχει.
Μέσω του διαλόγου επίσης παρέχεται η ευκαιρία στους ετεροδόξους να γνωρίσουν και να αναγνωρίσουν την αυθεντικότητα της εκκλησιαστικής παράδοσης, την αξία της πατερικής διδασκαλίας, τη λειτουργική εμπειρία και την πίστη της Ορθόδοξης Εκκλησίας.

Η Ορθόδοξη Εκκλησία συμμετέχει σε κάθε διάλογο χωρίς να αθετεί ποτέ την δογματική της διδασκαλία και παράδοση.

Ανεξάρτητα από την πορεία, τις δυσκολίες και την εξέλιξη του συγκεκριμένου Θεολογικού Διαλόγου θα πρέπει να έχουμε πάντοτε υπόψιν μας, ότι οι υπάρχουσες διαφορές δεν μπορούν να λυθούν έξω από το πλαίσιο του διαλόγου, αφού αποτελεί το μοναδικό και πρόσφορο μέσο για την επίλυσή τους. Αυτό αποδεικνύει η ίδια η ιστορία της Εκκλησίας.

Ολόκληρη η εκκλησιολογική προβληματική των κοινών Θεολογικών Κειμένων έθεσε τις σταθερές βάσεις για να εξεταστεί το κατεξοχήν εκκλησιολογικό ζήτημα, ο ρόλος δηλαδή του επισκόπου Ρώμης στη ζωή της Εκκλησίας, με βάση τις αρχές και τις προϋποθέσεις της Αρχαίας Εκκλησίας και την κοινή παράδοση, σύμφωνα με την οποία ο επίσκοπος Ρώμης δεν ήταν ο μόνος και αποκλειστικός «πρώτος» στη ζωή της Καθολικής Εκκλησίας, αλλά ο primus inter pares μεταξύ των λοιπών Πατριαρχών ενώ το «πρωτείο» του ήταν πάντοτε «πρωτείο τιμής» (honoris).

Επιπλέον, η μέχρι σήμερα συζήτηση στο συγκεκριμένο ζήτημα, με βάση τις παραπάνω εκκλησιολογικές αρχές, επιβεβαίωσε ότι ο επίσκοπος Ρώμης ήταν επίσκοπος μιας Τοπικής Εκκλησίας και όχι της Καθολικής – Παγκόσμιας Εκκλησίας, η δε οποιαδήποτε αυθεντία η εξουσία του δεν υπήρχε ούτε ασκείτο ερήμην της συνόδου των Επισκόπων, έστω και αν ήταν «πρώτος» σ’ αυτήν, αφού ο 34ος Αποστολικός Κανόνας πάντοτε εφηρμόζετο.

Στο πλαίσιο του παρόντος Διαλόγου και εξαιτίας της συγκεκριμένης θεματολογίας δεν συζητούνται πλέον μόνο τα σημεία που ενώνουν τις δύο διαλεγόμενες παραδόσεις αλλά ήδη, με αργά και σταθερά βήματα, προχωρούν και στη συζήτηση και εξέταση και των υφιστάμενων διαφορών.

Ο συγκεκριμένος Θεολογικός Διάλογος συνέβαλε αποφασιστικά ώστε να αναδειχθούν και να καταστούν αποδεκτά από μέρους των Ρωμαιοκαθολικών αρκετά σημεία από την εκκλησιολογία της Αρχαίας Εκκλησίας τα οποία διεφύλαξε, ανέδειξε και προσέφερε ανόθευτα η Ορθόδοξη Εκκλησία μέσα από αυτόν τον Διάλογο. Η υιοθέτηση του μυστηριακού και χαρισματικού χαρακτήρα της Εκκλησίας, η ευχαριστιακή κατανόηση λειτουργίας της ίδιας της δομής Της, η αποϊδεολογοποίηση της πίστης, η εκκλησιαστική ενότητα στο πρόσωπο του επισκόπου και το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, με βάση την ενότητα και κοινωνία στην πίστη, η κοινωνία στην πίστη, ως προϋπόθεση για την «κοινωνίαν εν τοις μυστηρίοις», η σχέση «πρωτείου» και συνοδικότητας στα πλαίσια της εκκλησιαστικής κοινωνίας και η θεώρηση της αυθεντίας ως διακονίας και όχι ως εξουσίας στα πλαίσια της εκκλησιαστικής διοίκησης, είναι μερικά από τα σημεία αποδοχής από μέρους των Ρωμαιοκαθολικών.

Θεωρώ ότι είναι απαραίτητη μία συνεχής αξιολόγηση της πορείας του συγκεκριμένου Θεολογικού Διαλόγου, με ειλικρίνεια και με επιδίωξη την «υπέρ της αληθείας» διακονία και όχι την «κατά της αληθείας» (Β Κορ. 13,8) συνέχιση του παρόντος Διαλόγου, ώστε να προληφθούν τα αδιέξοδα και να συνεχίσουμε τον παρόντα Θεολογικό Διάλογο «εν αγάπη και αληθεία».

Ως γνωστόν:
Για το θέμα της «Τροποποιήσεως Κανονισμού εφημερίων και Διακόνων» θα εισηγηθεί ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Χαλκίδος κ. Χρυσόστομος και για το θέμα «Σχέδιον Κανονισμού περί Διοικητικής Διαδικασίας» ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Πειραιώς κ. Σεραφείμ.

Σας ευχαριστώ.