Άξιον εστιν.. πλαγ. του Α΄ (Ματθαίος Τσαμκιράνης)

 

«Αξιον εστίν ως αληθώς μακαρίζειν σε την Θεοτόκον,  την αειμακάριστον και παναμώμητον και μητέρα του Θεού ημών. Την τιμιωτέραν των Χερουβείμ και ενδοξοτέραν ασυγκρίτως των Σεραφείμ  την αδιαφθόρως Θεόν Λόγον τεκούσαν, την όντως Θεοτόκον, Σε μεγαλύνομεν».

Το παρακάτω γεγονός έγινε το 980 μ.Χ. Γράφηκε ως υπόμνημα από τον ιερομόναχο Σεραφείμ τον Θυηπόλο το 1548 και το διέσωσε ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης.
Κατά τη Σκήτη του Πρωτάτου, που βρίσκεται στις Καρυές του Αγίου Όρους, εκεί κοντά στην τοποθεσία της Ιεράς Μονής Παντοκράτορος, είναι ένας λάκκος (χαράδρα) μεγάλος που έχει διάφορα Κελλιά. Σε ένα από αυτά τα Κελλιά, που ήταν αφιερωμένο στην Κοίμηση της Θεοτόκου, κατοικούσε ένας ενάρετος ιερομόναχος γέροντας με τον υποτακτικό του. Επειδή δεν συνηθίζονταν να γίνεται η καθιερωμένη αγρυπνία κάθε Κυριακή στην παραπάνω Σκήτη του Πρωτάτου, ένα απόγευμα Σαββάτου ο Γέροντας λέει στον υποτακτικό:

– Εγώ, Τέκνο μου, θα πάω να ακούσω την αγρυπνία ως συνήθως. Εσύ μείνε στο κελλί και διάβασε την ακολουθία σου.

Και έτσι έφυγε.

Αφού ήρθε το βράδυ, ακούει ο υποτακτικός να χτυπάει κάποιος την πόρτα του κελλίου. Πήγε, την άνοιξε και βλέπει κάποιον ξένο και άγνωστο μοναχό, ο οποίος, αφού παρακάλεσε, μπήκε και έμεινε εκείνη τη βραδιά στο κελλί.
Την ώρα του όρθρου σηκώθηκαν και έψαλλαν και οι δύο την ακολουθία. Όταν όμως ήλθαν στην ωδή «Την Τιμιωτέραν των Χερουβίμ», ο υποτακτικός έψαλλε έως τέλους το συνηθισμένο και παλαιό ύμνο του αγίου Κοσμά του Ποιητή, ενώ ο ξένος μοναχός στάθηκε μπροστά από την εικόνα της Θεοτόκου και με περισσή ευλάβεια και φόβο κάνοντας άλλη αρχή του ύμνου τον έψαλλε μελιρρύτως ως εξής:

«Αξιον εστίν ως αληθώς, μακαρίζειν σε την Θεοτόκον, την αειμακάριστον, και παναμώμητον, και μητέρα του Θεού ημών».

Μετά επισύναψε και την Τιμιωτέραν μέχρι τέλους.

Όταν το άκουσε αυτό ο υποτακτικός ενθουσιάστηκε, αφ’ ενός για το νέο ύμνο και αφετέρου για την, κατά κάποιο τρόπο, αγγελοειδή φωνή και ουράνια μελωδία που άκουσε και λέει προς τον ξένο μοναχό:

– Εμείς μόνο την Τιμιωτέρα ψάλλουμε. Το Αξιον Εστίν, δεν το έχουμε ακούσει ποτέ, ούτε εμείς αλλά ούτε και οι πρωτύτεροι από μας. Αλλά σε παρακαλώ, κάνε αγάπη και γράψε μου τον ύμνο αυτό, για να τον ψάλλω κι εγώ στη Θεοτόκο.

– Φέρε μου μελάνι και χαρτί για να τον γράψω, του είπε ο ξένος μοναχός.

– Δεν έχω ούτε μελάνι, ούτε χαρτί, είπε ο υποτακτικός. Τότε ο ξένος μοναχός είπε:

– Φέρε μου μια πλάκα.

Ο υποτακτικός πήγε τότε και έφερε μια πέτρινη πλάκα. Την πήρε ο ξένος, και έγραψε πάνω σ’ αυτήν με το δάκτυλο του τον παραπάνω ύμνο, το Αξιον Εστίν. Και, ώ του θαύματος, τα γράμματα χαράχθηκαν τόσο βαθιά πάνω στη σκληρή πλάκα, σαν να γράφηκαν σε μαλακό πηλό.

Και ποιος να περιγράψει την έκπληξη του υποτακτικού που βρέθηκε μπροστά σ’; αυτό το εξαίσιο γεγονός, ο οποίος δίκαια στάθηκε εμβρόντητος και παράλαβε την πλάκα από τον ξένο. Μετά είπε ο ξένος στον υποτακτικό:

– Από σήμερα και στο εξής έτσι να ψάλλετε αυτό τον ύμνο και εσείς, αλλά και όλοι οι Ορθόδοξοι στην Κυρία ημών Θεοτόκο.

Και μετά εξαφανίστηκε. Ήταν ο Αρχάγγελος Γαβριήλ, απεσταλμένος από το Θεό, για να αποκαλύψει τον αγγελικό αυτό ύμνο στην ανθρωπότητα.

…Αφού επέστρεψε ο Γέροντας από την αγρυπνία, άρχισε ο υποτακτικός να του διηγείται τα συμβαίνοντα και να του ψάλλει το Αξιον Εστίν, όπως του παρήγγειλε ο άγγελος, και στη συνέχεια του έδειξε την πλάκα με τα αγγελοχάρακτα γράμματα.

Ο Γέροντας ακούγοντας και βλέποντας όλα αυτά, έμεινε εκστατικός. Πήραν και οι δύο την αγγελοχάρακτη πλάκα και πήγαν στο Πρωτάτο. Την έδειξαν στον Πρώτο αλλά και στους Γέροντες της Κοινής Σύναξης και τους διηγήθηκαν όλα τα γενόμενα. Αυτοί δόξασαν το Θεό και ευχαρίστησαν τη Κυρία Θεοτόκο για το εξαίσιο αυτό θαύμα. Αμέσως έστειλαν την πλάκα στην Κωνσταντινούπολη προς τον Πατριάρχη και τον Αυτοκράτορα αφού τους έγραψαν και γράμματα που εξιστορούσαν όλη την υπόθεση του γεγονότος.

Από τότε και μετά, ο αγγελικός αυτός ύμνος διαδόθηκε σε όλη την Οικουμένη και ψάλλεται στη Θεομήτορα από όλους τους Ορθοδόξους. Η δε εικόνα της Θεοτόκου, που βρισκόταν στην Εκκλησία του Κελλίου, στο οποίο έγινε αυτό το θαύμα, με κοινή απόφαση των Πατέρων αποφασίσθηκε να μεταφερθεί στο Ιερό Βήμα του Πρωτάτου. Έτσι, την ενθρόνισαν στο ιερό σύνθρονο του Αγίου Βήματος, πίσω από την Αγία Τράπεζα, όπου βρίσκεται μέχρι και σήμερα, σαν σε θρόνο βασιλικό.

Από τότε η ιερά αυτή εικόνα πήρε την ονομασία του αγγελικού ύμνου «Αξιον Εστίν», αν και αρχικά είχε άλλη ονομασία, επειδή μπροστά στην εικόνα αυτή ψάλθηκε για πρώτη φορά από τον άγγελο ο ύμνος. Το κελλί πήρε την επωνυμία «Αξιον Εστί», ενώ ο λάκκος ( η τοποθεσία) που βρίσκεται το κελλί ονομάζεται από όλους μέχρι σήμερα «Αδειν» (δηλαδή, ψάλλειν), επειδή εκεί για πρώτη φορά ψάλθηκε ο αγγελικός ύμνος.